Σύριζα

Αριστερή κυβέρνηση ή αριστερή παρένθεση;

Posted on

του Πέτρου Παπακωνσταντίνου.

Το Μνημόνιο 3 θα φέρει την κατάρρευση της τρίτης μνημονιακής κυβέρνησης. Η Αριστερά ενώπιον ιστορικών προκλήσεων.

Οι καταιγιστικές εξελίξεις του τελευταίου δεκαημέρου με επίκεντρο το ολέθριο, για την κοινωνική πλειονότητα και εθνική κυριαρχία, Μνημόνιο 3 έθεσαν το πολιτικό σκηνικό σε τροχιά επιταχυνόμενης αποσταθεροποίησης για τρίτη συνεχή φορά, μετά την κατάρρευση των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Παπαδήμου.

Το χειρότερο, για την υφιστάμενη πολιτική τάξη, είναι ότι αυτή τη φορά δε διαγράφεται στον ορίζοντα ομαλή εναλλακτική λύση- πλην βεβαίως του απεχθούς σεναρίου κάποιου είδους αυταρχικής εκτροπής. Ο Αντώνης Σαμαράς και η Νέα Δημοκρατία είναι η τελευταία ζώνη άμυνας ενός συστήματος που εξαντλεί τις εφεδρείες του. Με το ΠΑΣΟΚ κλινικά νεκρό, το μόνο ανοιχτό ερώτημα είναι αν το ιστορικό κίνημα του Ανδρέα Παπανδρέου διατηρεί κάποια αξία χρήσης ως δωρητής οργάνων προς άλλους πολιτικούς σχηματισμούς. Το ενδεχόμενο να βρεθεί η Ελλάδα σε αχαρτογράφητα νερά, με μια κυβέρνηση της Αριστεράς στο πηδάλιο, τίθεται στην ημερήσια διάταξη.

Αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρόκειται για μια καμπή ιστορικών διαστάσεων. Για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η πέραν της σοσιαλδημοκρατίας Αριστερά θα κληθεί να κυβερνήσει όχι ένα έθνος της «περιφέρειας» (Λατινική Αμερική, Ασία) αλλά μια αναπτυγμένη χώρα της Δύσης.

Το πρόβλημα για την ελληνική Αριστερά και ιδιαίτερα για το ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι δεν έρχεται πάνω στην πλάτη ενός ισχυρότατου κοινωνικού ρεύματος, αποφασισμένου να στηρίξει την κυβέρνησή «του» στις κρίσιμες στιγμές. Οι δημοσκοπήσεις δεν μας επιτρέπουν καν να μιλήσουμε για εκλογικό ρεύμα υπέρ της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η πλειονότητα του κόσμου αρχίζει να πείθεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι η επόμενη κυβέρνηση, μόνο γιατί βλέπει τους πολιτικούς του αντιπάλους (πλην της Χρυσής Αυγής) να αυτοκτονούν.

Σ’ αυτό το φόντο, ο σάλος που δημιουργήθηκε με τις πρόσφατες δηλώσεις του Παναγιώτη Λαφαζάνη μοιάζει με τρικυμία σε ένα ποτήρι νερό. Η αναγνώριση, από την πλευρά του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ, ότι το κόμμα του «δεν είναι ακόμη έτοιμο να κυβερνήσει», αν και έχει κάνει σοβαρά βήματα, είναι τόσο «σκανδαλώδης», όσο η «αποκάλυψη» ότι ο Πάπας είναι… Καθολικός! Προφανώς, η συνομοσπονδία συνιστωσών του 4.7%, που εκτοξεύθηκε μέσα σε δύο νύχτες στο 27%, δεν ήταν δυνατό να συγκροτηθεί σε ενιαίο κόμμα, με προγραμματική συνοχή μέσα σε τέσσερις μήνες. Τα πραγματικά ερωτήματα αρχίζουν από εδώ και κάτω.

Θέλει να κυβερνήσει η Αριστερά;

Αν και το σύνθημα που έριξε ο Αλέξης Τσίπρας για «αριστερή κυβέρνηση» συνέβαλε καταλυτικά στην εκλογική του απογείωση, είναι κοινό μυστικό ότι το βράδυ της 17ης Ιουνίου πολλοί, ίσως οι περισσότεροι από τους επιτελείς του, υποδέχθηκαν με ανακούφιση το εκλογικό αποτέλεσμα. Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο… Ας το αφήσουμε για την επόμενη φορά, όταν οι συνθήκες θα είναι καλύτερες.

Το πρόβλημα με αυτή τη λογική είναι ότι μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες μπορεί να έχει σαπίσει η Ελλάδα. Η Αριστερά δεν νομιμοποιείται να ελεεινολογεί τις όντως τρομερά δύσκολες συνθήκες που θα κληρονομήσει, απλούστατα γιατί χωρίς αυτές δε θα εκτοξευόταν ποτέ τόσο ψηλότερα από τα παραδοσιακά της όρια. Αν δεν υπήρχαν η κρίση, τα μνημόνια, η κοινωνική καταστροφή και η αποικιοποίηση της χώρας, η “βαθειά Ελλάδα” δεν θα κατέβαινε στο Σύνταγμα με τους Αγανακτισμένους, ούτε θα ψήφιζε, κατά το ένα τρίτο του εκλογικού σώματος, ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ. Θα συνέχιζε να παίζει στο χρηματιστήριο, να φεσώνεται με στεγαστικά δάνεια και να εμπιστεύεται τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας.

Βεβαίως οι πολίτες που ψήφισαν Αριστερά, δεν έγιναν ξαφνικά επαναστάτες που εννοούν να θυσιαστούν για το σοσιαλιστικό ιδεώδες. Αλλά μήπως αυτό δεν συμβαίνει πάντα στην Ιστορία; Οι μεγάλοι εθνικοί και κοινωνικοί αγώνες δεν είναι έργο κάποιων «ξεχωριστών» ιδεαλιστών, αλλά των συνηθισμένων ανθρώπων, οι οποίοι σε ασυνήθιστες εποχές γίνονται ικανοί για ασυνήθιστα πράγματα. Αν η Αριστερά δεν έχει εμπιστοσύνη σ’ αυτό το λαό ο οποίος, παρά το σοκ και δέος των μνημονίων, το άγχος της επιβίωσης και την απαξίωση των πάντων, κατέβηκε 23 φορές σε γενικές απεργίες και ανέτρεψε δύο κυβερνήσεις, τότε θα είναι άξια της μοίρας της. Ιστορικές ευκαιρίες σαν τη σημερινή έρχονται μια φορά στα πενήντα ή τα εκατό χρόνια. Αν την αφήσει να περάσει από τα χέρια της, το τίμημα θα είναι βαρύτατο, όχι μόνο για την ίδια, αλλά και για τη χώρα.

Μπορεί να κυβερνήσει η Αριστερά;

Η αμφιβολία είναι βάσιμη. Υπάρχουν ενδείξεις ότι, μπροστά στα αδιέξοδα της υπάρχουσας πολιτικής τάξης, μερίδα των επιχειρηματικών ελίτ, ίσως και ξένων κέντρων, αρχίζει να σκέφτεται μήπως θα ήταν καλύτερα να περάσει τον «μουντζούρη» του χρέους και την ηλεκτρική καρέκλα της κυβέρνησης στο ΣΥΡΙΖΑ. Αν η ηγεσία του αποδειχθεί κατώτερη των περιστάσεων, η αριστερή κυβέρνηση θα αποδειχθεί μια σύντομη αριστερή παρένθεση, την οποία θα ακολουθήσει η θριαμβευτική επέλαση των Μνημονιακών πάνω στην καμμένη γη των προδομένων λαϊκών ελπίδων.

Ένας μόνο τρόπος υπάρχει για να ελαχιστοποιηθούν οι πιθανότητες μιας τέτοιας εξέλιξης: Η προγραμματική αποσαφήνιση από την πλευρά της Αριστεράς. Όχι με την έννοια των κατεβατών επί μέρους μέτρων, που κανείς δεν διαβάζει και δεν έχουν και πολύ νόημα. Αλλά με την έννοια ενός Οδικού Χάρτη, μιας πειστικής αφήγησης για τη δύσκολη μετάβαση από το σημερινό χάος σε ένα ελπιδοφόρο μέλλον.

Ο πρώτος, αποφασιστικός σταθμός αφορά στη μονομερή κατάργηση των μνημονίων και των εφαρμοστικών νόμων (όπως προβλέπει η πρόταση νόμου του ΚΚΕ, την οποία ψηφίζει και ο ΣΥΡΙΖΑ) και τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους. Ακόμη και το ΔΝΤ αναγκάζεται, για τους δικούς του λόγους, να αναγνωρίσει ότι, με ένα χρέος που θα φτάσει σε ένα χρόνο το αστρονομικό 190% του ΑΕΠ, η Ελλάδα είναι καταδικασμένη να βρίσκεται εσαεί στα Τάρταρα.

Ο Γόρδιος Δεσμός του ευρώ

Το δεύτερο, αναγκαίο βήμα για το ΣΥΡΙΖΑ είναι να κόψει, επιτέλους, το Γόρδιο Δεσμό του ευρώ. Όσο λέει στον κόσμο «θα καταργήσουμε οπωσδήποτε τα μνημόνια, αλλά θα μείνουμε πάση θυσία στο ευρώ», θα μένει έκθετος στις επιθέσεις των αντιπάλων του για αναξιοπιστία. Είναι αλήθεια ότι η πλειονότητα των πολιτών δεν θα ήθελε, ως πρώτη επιλογή, να φύγουμε από το ευρώ. Όχι λόγω κάποιου αφηρημένου ευρωπαϊσμού, αλλά γιατί αντιλαμβάνεται ότι με το ευρώ ισχύει ό,τι και με το γάμο: Άλλο να μην παντρευτείς κι άλλο να χωρίσεις αφού έχεις κάνει παιδιά και αποκτήσει μύριες δεσμεύσεις. Άλλο τόσο όμως είναι αλήθεια ότι μπροστά στο δίλημμα «να πεθάνουμε με το ευρώ ή να ζήσουμε, έστω δύσκολα για δύο χρόνια, με ένα νέο εθνικό νόμισμα», η πλειονότητα των πολιτών, που δε φιγουράρει στη λίστα Λαγκάρντ, θα επέλεγε το δεύτερο.

Προφανώς, ο ΣΥΡΙΖΑ δε θα έπαιρνε ποτέ την πρωτοβουλία να οδηγήσει την Ελλάδα εκτός ευρωζώνης. Ωστόσο το δίλημμα πιθανότατα θα τεθεί από τα ίδια τα πράγματα. Την ημέρα που η ελληνική κυβέρνηση θα ακυρώσει τα μνημόνια, η Μέρκελ θα της κόψει τη «βοήθεια»- αν λέγεται βοήθεια αυτή η οικονομική «πρέζα», που μας καθηλώνει στο ρόλο του εθισμένου, ο οποίος κάθε φορά θέλει μεγαλύτερη, καταστροφικότερη δόση. Αυτομάτως, η ελληνική κυβέρνηση δεν θα έχει άλλον, βραχυπρόθεσμο τρόπο να ανταποκριθεί στις άμεσες ανάγκες της από το να βάλει μπροστά την πρέσα του Εθνικού Νομισματοκοπείου. Εν ολίγοις, το περίφημο «Σχέδιο Β» δεν είναι μια εμμονή του Αλέκου Αλαβάνου, αλλά μια μάλλον προφανής αναγκαιότητα.

Όπως υπήρξε για το ελληνικό έθνος ζωή χωρίς ευρώ, έτσι υπάρχει ζωή και μετά από τα δέκα χρόνια του ευρώ. Στο κάτω- κάτω, το κοινό νόμισμα μπορεί να διαλυθεί εντελώς ανεξάρτητα από την Ελλάδα και την όποια κυβέρνησή της, όπως διαμηνύει η χρόνια κρίση της ευρωζώνης. Όποιοι βλέπουν το ευρώ όχι ως μέσο, αλλά ως αυτοσκοπό, ως προϋπόθεση της εθνικής επιβίωσης, παραδίδουν την εθνική επιβίωση σε ξένα χέρια, σε παράγοντες πέρα από κάθε έλεγχο αυτού του λαού.

Βεβαίως, στην περίπτωση της αποχώρησης από την ευρωζώνη, θα έρθει με ιδιαίτερη ένταση στο προσκήνιο το θέμα των διεθνών συμμαχιών της χώρας, από τις οποίες θα εξαρτηθεί η συναλλαγματική, ενεργειακή και διατροφική της επάρκεια, αλλά και η εθνική της ασφάλεια. Σ’ αυτό το κεφαλαιώδες ζήτημα ο ΣΥΡΙΖΑ ελάχιστα μας έχει πει, πέρα από μια ιδεοληπτική πίστη στην «καλή», προοδευτική Ευρώπη, η οποία, δυστυχώς, ούτε κυβερνά, ούτε φαίνεται ότι θα κυβερνήσει γρήγορα.

Η Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο να αποξενωθεί από τις ευρωπαϊκές χώρες και κυρίως τις χώρες του Νότου, με τις οποίες τη συνδέουν παραδοσιακές σχέσεις και κοινά προβλήματα. Αλλά αυτός ο προσανατολισμός δεν πρέπει να είναι αποκλειστικός. Η Ρωσία, με τους ενεργειακούς πόρους και τις τεράστιες αμυντικές δυνατότητες, η Λατινική Αμερική με τους διατροφικούς πόρους και η Κίνα με τα τεράστια αποθέματα συναλλάγματος είναι οι πλέον προφανείς στόχοι μιας άλλης, ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Στην περίπτωση δε μιας ευρύτερης ρήξης της Γερμανίας με τον μεσογειακό Νότο δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η Μέρκελ θα έχει στο πλευρό της άλλες μεγάλες δυνάμεις του παγκοσμίου συστήματος.

Ο Ναπολέων έλεγε ότι το καλύτερο στρατιωτικό σχέδιο παύει να ισχύει από τη στιγμή που πέφτουν οι πρώτοι κανονιοβολισμοί. Κάτι ανάλογο ισχύει στην πολιτική, σ’ αυτούς τους τόσο δύσκολους και ευμετάβλητους καιρούς. Ουδείς λογικός άνθρωπος θα απαιτήσει από την Αριστερά ένα απολύτως επεξεργασμένο σχέδιο, χωρίς ρίσκο και αβεβαιότητες. Έχει όμως το δικαίωμα να αξιώσει από μια κυβέρνηση λαϊκής ενότητας και εθνικής σωτηρίας να έχει εξ αρχής ξεκάθαρους το στόχο, τους φίλους και τους εχθρούς της, όπως και την τόλμη να ξεπεράσει τον εαυτό της, τις διαιρέσεις και τις αγκυλώσεις της.
πηγή:antapocrisis

Αριστερά καθώς μπαίνουμε η καθώς βγαίνουμε;

Posted on Updated on

ΣΥΡΙΖΑ – «μαϊμού»

Του ΠΕΡΙΚΛΗ ΚΟΡΟΒΕΣΗ

Ενα ποσοστό του 4,6% του ΣΥΡΙΖΑ θεωρήθηκε επιτυχία στις πρόσφατες εκλογές. Το 4,7% που πήρε ο ίδιος πολιτικός οργανισμός στις ευρωεκλογές χαρακτηρίστηκε ταπεινωτική ήττα. Η έκφραση αυτή ανήκει στον ιστορικό ηγέτη της Αριστεράς, τον Λεωνίδα Κύρκο. Υποκλίνομαι μπροστά στον Λεωνίδα, «και το αίμα του φιλώ», αν μου επιτρέπει ο Διονύσης Σαββόπουλος να χρησιμοποιήσω τον στίχο του (και δεν ξέρω τι θα κάνει η ΑΕΠΙ με τα δικαιώματα). Αλλά από κει και πέρα έχω δικαίωμα σε μια προσωπική γνώμη. Ο Λεωνίδας Κύρκος ήταν ο ιδρυτής ενός αποτυχημένου ΠΑΣΟΚ και σε όλη την πολιτική του διαδρομή μετά το ’74 δεν είχε άλλο πολιτικό προσανατολισμό από το να κολλήσει αυτό το αποτυχημένο «ΠΑΣΟΚ» στο πραγματικό ΠΑΣΟΚ, που κατάφερε να γίνει κόμμα εξουσίας. Μπορεί να μοιάζουν σκληρές αυτές οι φράσεις, αλλά για μας τους αριστερούς πολίτες, το πρόταγμα είναι η ελευθερία του λόγου. Και βρεθήκαμε σε μηχανισμούς και οργανώσεις που το μόνο που μισούσαν ήταν αυτήν ακριβώς την ελευθερία του λόγου. Σε αυτούς τους μηχανισμούς, οι πιο ασήμαντοι άνθρωποι, που δεν είχαν κάνει τίποτα στη ζωή τους, με την τακτική του καρκίνου, διέβρωναν έναν υγιή και ρομαντικό θα έλεγα οργανισμό, που τον είχαν δημιουργήσει άλλοι. Τα παραδείγματα από την ιστορία είναι πολλά, αλλά το πιο εκπληκτικό από όλα είναι ότι αυτό το σενάριο επαναλαμβάνεται. Ο ΣΥΡΙΖΑ σε αυτές τις εκλογές τα πήγε καλά. Εχασε μόνο έναν από τους δεκατέσσερις βουλευτές και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως θα κάνουν μια καλή κοινοβουλευτική δουλειά. Και παράλληλα οι του ΣΥΝ θα κάνουν και την καριέρα τους, περιμένοντας τη σύνταξή τους και ενδιαμέσως να παίζουν σε κάποιο τηλεοπτικό παραθυράκι, προβάλλοντας την καράφλα τους, μια και άλλη αξία δεν είχαν. Αυτό δεν ισχύει για όλους. Κάποιους αγάπησα και εμπιστεύθηκα. Και ο κόσμος της Αριστεράς πού είναι; Είναι διάχυτος σε όλη την κοινωνία που ακόμα δεν έχει εμφανιστεί και ακόμα δεν έχει συγκροτηθεί. Και αυτό είναι το επόμενο στοίχημα. Ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ στη Βουλή, είναι ένας ΣΥΡΙΖΑ – «μαϊμού». Και αυτό να το εξηγήσουμε. Εκτός από τον Μουλόπουλο που δεν εκλέχθηκε, αλλά ήρθε μπόνους, οι υπόλοιποι δώδεκα είναι ΣΥΝ. Υπάρχουν βέβαια και οι ανεξάρτητοι. Αλλά μέχρι τώρα δεν έχει φανεί αυτή τους η ιδιότητα. Εχουν βολευτεί στο κυρίαρχο ρεύμα και δεν έχουν σκοπό να χαλάσουν την καλή τους πορεία. Αρα μπορούμε να μιλήσουμε για έναν «τραβεστί» ΣΥΝ στο όνομα του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά το παιχνίδι δεν τελειώνει εδώ. Αυτή η διάχυτη Αριστερά αργά ή γρήγορα θα πάρει επάνω της. Και θα καταλάβει πως η ψήφος ελεημοσύνης που δίναμε όλα αυτά τα χρόνια στην Αριστερά, αυτό ισχύει και για το ΚΚΕ, ήταν ψήφοι εναντίον μας. Απλά διορίζαμε, άθελά μας, τους ασήμαντους γραφειοκράτες που μιλούσαν για λογαριασμό μας. Εντούτοις, έχω μια αισιοδοξία για την Αριστερά. Για ποιο λόγο; Δεν δημιουργείται από μας. Τη δημιουργεί η ίδια η κοινωνία και μεις στρατευόμαστε σε αυτήν. Ερχόμαστε και παρερχόμαστε. Αλλά η ίδια η ζωή αντιστέκεται. Σε όλο τον πλανήτη και σε όλη την ιστορία της. Φτάνει μονάχα να καταλάβουμε πως ο Βάγκνερ ήταν ένα παιδί των οδοφραγμάτων και ίσως κάποιος δικός μας μουσικός μπορεί να ήταν το Δεκέμβρη στους δρόμους.

πηγή:Ελευθεροτυπία 16-10-2009