κρίση

Παλιά τα εγχειρίδια,στα λάθη βουτηγμένα…

Posted on Updated on

Στο καραβάκι που βρισκόμαστε ανοιχτά στο Πέλαγο …

Λοξη πορεια με φανους χαραζω στα σκοταδια
ζυγιζει η σκεψη τους καιρους και η μνημη τα σημαδια
Σαραντα μιλια ναυτικα με πεντε οργιες ακομα
φιλι θα δωσω στη στερια με το πικρο μου στομα
Η Ανατολη μου κρυφτηκε,δεν εγειρε η Δυση
και ο Βοριας αρνηθηκε το Νοτο να μου δειξει
Παλιά τα εγχειρίδια,στα λάθη βουτηγμένα και η λέμβος η σωσίβια κουπιά έχει σπασμένα….
 

Μare magnum

Posted on Updated on

Untitled
Πέρυσι ήταν στις νότιες ακτές  , φέτος είναι στις βόρειες .
Μεσόγειος …από το Γιβραλτάρ μέχρι τις ακτές της Συρίας,  2.100 ν. μίλια ,το μέγιστο βάθος  5.120 μ. σε απόσταση 62 μιλίων Νοτιοδυτικά από το ακρωτήριο Ταίναρο , και η καταστροφή φαντάζει αναπόφευκτη…

Το τέλος του παράπονου

Posted on Updated on

Ή

Ο πόνος είναι αναπόφευκτος· η δυστυχία, όμως, είναι επιλογή

– που θαλεγε κι ο Χαρούκι Μουρακάμι.

Στον πόλεμο του ΄12, μαθαίνουμε νέα πράγματα και ξεμαθαίνουμε άλλα. Εύκολο; Καθόλου.

Στο τηλέφωνο είναι μιά φίλη· στη φωνή είναι φανερά τα αποτυπώματα μιας δύκολης νυχτερινής βάρδιας με «έκτακτα περιστατικά». Είσαι εξοντωμένη, της λέω, άντε να ξεκουραστείς. Η φωνή χαμηλώνει κι άλλο. «Ντρέπομαι να παραπονεθώ …άλλοι δεν έχουν δουλειά».

Στο Ινμποξ, ένας φίλος με ρωτάει κάτι για κάποια αντικαταθλιπτικά χάπια. Δεν κάνω τον γιατρό και του λέω τρυφερά να μην κάνει κι αυτός του κεφαλιού του. Πνιγμένος στα δάνεια, στις λάθος επιλογές, την αυτολύπηση. «Ντρέπομαι» λέει στο τέλος. «Είναι πολυτέλεια σήμερα να θες να πας στον ψυχαναλυτή…»

Κατεβαίνω στην είσοδο της πολυκατοικίας μου· άλλος ένας καβγάς για τα λεφτά που δεν μαζεύονται να αλλαχτεί ο καυστήρας για το καλοριφέρ. Κατεβαίνω ντυμένη σαν εσκιμώος και μέσα στο παράπονο ότι έχω ξεπαγιάσει. Φρενάρω όταν ο μετανάστης του ισογείου, που χρωστάει τα περισσότερα, έχει το μικρό παιδί του στο νοσοκομείο. Δεν λέω κουβέντα, παίρνω το σκυλί και πάμε τρέχοντας στο πάρκο, για να ζεσταθούμε. Στα παγκάκια, με την πρωϊνή πάχνη πάνω στις κουβέρτες, κάποιοι κοιμούνται ακόμη. Ντρέπομαι, λέω στην Κίκα…

Σταματάω για καφέ, σε μια φίλη· με το ζόρι μού λέει ότι μόλις χώρισε, προσπαθεί να πενθήσει τον χαμένο έρωτα, αλλά .. «ντρέπομαι, ρε συ, εδώ δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο πια».

Ας μη συνεχίσω. Σήμερα λήγει η σύμβαση μου με την ΕΡΤ και ξαναδηλώνω, κατα πάσα πιθανότητα «άνεργη». Φοβάμαι, αλλά ναι, το συναίσθημα που κυριαρχεί είναι ότι ντρέπομαι να παραπονεθώ, να νιώσω αδικία, να πω τον ‘πόνο’ μου.

Ναι,  η εποχή μάς δείχνει καθημερινά ότι για τον Πόνο υπάρχει άπλετος χώρος, για το Παράπονο όμως δεν υπάρχει πια ούτε μια μικρή γωνίτσα. Διανύσαμε σε χρόνο ρεκόρ την απόσταση από ένα Πριν, που δεν υπήρχε τσίπα, σε ένα Τώρα, που δεν έχουμε πού να βάλουμε τη ντροπή.

Ισως να κάνω και λάθος. Κάποτε, κάποιοι, όταν θα αφηγούνται «…που λές, στον πόλεμο του ’12, παιδί μου…» μπορεί και να έχουν καταλάβει καλύτερα τι πόλεμος γινόταν όχι μόνο εξω αλλά και μεσα στην ψυχή μας.

Γιούλα Ράπτη

αφιερωμένο στην Γιούλα

 

 

Προτιμάμε να μας θυσιάσουν παρά να ρισκάρουμε να θυσιάσουμε…

Posted on Updated on

Πήρα στα χέρια μου το πρώτο τεύχος του περιοδικού Unfollow , φόρεσα τα γυαλιά μου για να βλέπω κοντά ,τα 47 χρόνια και η καθήλωση μπρός τον υπολογιστή απομακρύνουν γράμματα εικόνες , διάβασα ξαπλωμένος το εξαιρετικό κείμενο απο τον Old Boy  γραμμένο για το πρώτο τεύχος του Unfollow , ύστερα  ανασηκώθηκα κάθισα στην άκρη του κρεββατιού, ακούγα για ώρα τις φωνές τα γέλια της Αγγελικής του Πάνου της Κωνσταντίνας …

γράφει ο  Old Boy:

H ιστορική γλύκα

Ευρώ θέλοντος και μνημονίου επιτρέποντος, κλείνω φέτος τα σαράντα. Σκέφτομαι αυτούς που γεννήθηκαν σαράντα χρόνια πριν από μένα. Ένας που γεννήθηκε το 1932 μέχρι τα δικά του σαράντα πρόλαβε να ζήσει άμεσα ή εξ αντανακλάσεως δικτατορία, πόλεμο, κατοχή, εμφύλιο, μετεμφυλιακό κράτος με όλο το σχετικό χαμό του, ξανά δικτατορία. Να πάρουμε και τον αμέσως πιο πίσω σαραντάρη, εκείνον που γεννήθηκε το 1892; Εκείνου κι αν ήταν φουλ το ιστορικό πιάτο. Ενώ εμείς οι καημένοι τι βιώσαμε ιστορικά από τότε που θυμόμαστε τον εαυτό μας; Τί – πό – τά. Προφανώς πολλά και διάφορα συνέβησαν αυτά τα χρόνια, αλλά πώς να τολμήσουν να συγκριθούν από πλευράς δραματικότητας με το παρελθόν; Το 1989 έγιναν κοσμοϊστορικές αλλαγές, ούτε όμως ο δικός μας ο κόσμος ούτε η δική μας ιστορία ήταν εκείνη που άλλαζε ριζικά. Ο δικός μας κόσμος όντας στο στρατόπεδο των νικητών συνέχισε να κυλά αδιατάρακτος για μια εικοσαετία ακόμα. Καιρός δεν ήταν να μπει ένα τέλος στην ανία, καιρός δεν ήταν να αρχίσουμε να παίρνουμε κι εμείς μια δόση Ιστορίας, καιρός δεν ήταν να αρχίσουμε να γευόμαστε κι εμείς την γλύκα της;
Όταν μεγαλώνεις εκτός δραματικής Ιστορίας, εθίζεσαι σε ένα τρόπο σκέψης που σε κάνει να νομίζεις ότι ως το τέλος της ζωής σου έτσι θα πηγαίνει το έργο. Εξίσου αν όχι και περισσότερο σοκαριστικό από ένα κόσμο που κατεδαφίζεται, είναι το εντελώς απρόσμενο της κατεδάφισής του. Προηγούμενες γενιές ήξεραν πως όλα μπορούν ανά πάσα στιγμή να ανατραπούν, πως όλα είναι εκκρεμή κι επίφοβα. Σε εμάς όλα έμοιαζαν στερεωμένα σε αδιαμφισβήτητες βάσεις και μακριά από το φόβο. Υπήρχε βέβαια πάντα ο φόβος της προσωπικής σου κατάρρευσης, αλλά η συλλογική σε καιρό ειρήνης έμοιαζε με αδιανόητη.
Ο βασικότερος εθισμός όμως είναι άλλος: εθίζεσαι στην πεποίθηση πως όπως η Ιστορία διαδραματιζόταν προ κρίσης ερήμην σου, έτσι διαδραματίζεται ερήμην σου και μέσα στην κρίση, εθίζεσαι στην πεποίθηση πως είσαι πολύ μικρός και ασήμαντος για να παρέμβεις και να προσπαθήσεις να την επηρεάσεις. Είναι πολύ πιο συνεπές με βάση τον ως τώρα ανενεργό σου ρόλο και σου είναι πολύ πιο εύκολο ψυχολογικά να παίξεις το ρόλο του σφάγιου. Προτιμάς να σε θυσιάσουν παρά να ρισκάρεις να θυσιάσεις. Αυτό το ρίσκο σε σκανδαλίζει και σε αποσυντονίζει όσο τίποτα. Έτσι, ακόμα κι αν καταλαβαίνεις πια πως πρόκειται να χαθούν πάρα πολύ περισσότερα από όσα έχουν ήδη χαθεί, το κατενάτσιο που παίζεις είναι λιγότερο ένα κατενάτσιο ακραίας ελπίδας μήπως και σωθεί η παρτίδα και περισσότερο ένα κατενάτσιο καθήλωσης μπροστά στον τρόμο να πάρεις την δική σου τύχη στα χέρια σου και να μετατραπείς από εξουσιαζόμενος σε αυτεξούσιος. Ήσουν όλα αυτά τα χρόνια -και πώς να πάψεις έτσι ξαφνικά να είσαι τώρα- ένα μικρό παιδί που άφηνες τους μεγάλους να καθορίζουν τα των μεγάλων. Έπαιζες με τα ιδιωτικά σου παιχνίδια κι άφηνες στους μεγάλους την τύχη του δημόσιου βίου. Τα χεράκια σου νιώθουν ασφαλή όταν τα κρατά η παλάμη των υπεύθυνων πολιτικών και μιντιακών δυνάμεων του τόπου.
Σε κρατούν και σε οδηγούν στο γκρεμό, το βλέπεις, δίπλα σου έχουν πέσει τόσοι άλλοι, το βλέπεις, ωστόσο αυτό έμαθες, να οδηγείσαι, αυτό έμαθες, να αφήνεις αυτά τα πράγματα σε εκείνους που ξέρουν καλύτερα, και τουλάχιστον την ώρα που σε ρίχνουν παρηγορείσαι ξέροντας ότι δεν έκανες εσύ καμία αποκοτιά, δεν προξένησες εσύ με καμία απειθαρχία την πτώση σου, έπεσες μεν, αλλά έπεσες σαν καλό παιδί, έπεσες ακολουθώντας το δρόμο της σύνεσης, αφού δεν υπήρχε άλλος δρόμος από αυτόν. Από τον πανικό να βρεθείς χειραφετημένος μπροστά στο γκρεμό και να προσπαθήσεις να του ξεφύγεις μόνος σου, προτιμάς το χέρι που σε ρίχνει σίγουρα σε αυτόν και το στόμα που εκείνη την ώρα σου ψιθυρίζει στο αυτί πως κάθε άλλη επιλογή θα ήταν καταστροφική, πως ό,τι κάνει το κάνει για το καλό σου και το ευρύτερο καλό της πατρίδας και των παιδιών σου· που μέχρι να σαρανταρίσουν το πιθανότερο είναι πως θα έχουν έρθει αντιμέτωπα με πολύ περισσότερη Ιστορία απ’ ό,τι εσύ.

Το θέμα δεν είναι ποιος, αλλα τι;

Posted on

του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

ΟΙ ΟΜΟΡΦΕΣ συγκυβερνήσεις όμορφα καίγονται… Η κυβέρνηση Παπαδήμου λογικά πρέπει να διεκδικεί παγκόσμιο ρεκόρ στην ταχύτητα φθοράς της στην κοινή γνώμη. Μέσα σε τέσσερις εβδομάδες -σκάρτες- το όποιο δημοσκοπικό της πλεονέκτημα εξανεμίστηκε. Οι κυβερνητικοί εταίροι συμπεριφέρονται σαν εν διαστάσει σύζυγοι που απλώς είναι αναγκασμένοι να συγκατοικούν για τα μάτια των γειτόνων -εν προκειμένω της τρόικας. Αλλά και οι τροϊκανοί κυκλοφορούν από υπουργείο σε υπουργείο σαν να μην περιμένουν τίποτα απ’ αυτή την κυβέρνηση. Μόνο ο ίδιος ο Λ. Παπαδήμος και οι πιο στενοί του συνεργάτες πασχίζουν να σώσουν τα προσχήματα.

ΤΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟ αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι πώς καταρρέει η επιχείρηση ανάκτησης της εμπιστοσύνης της κοινής γνώμης στο σύστημα διακυβέρνησης μέσα από δύο ιδεολογήματα: τη διακομματική συνεργασία -είτε στο όνομα της συναίνεσης του αστικού χώρου είτε στο όνομα της «εθνικής ενότητας»- και τον ρόλο των τεχνοκρατών ως εναλλακτικής λύσης στην «ανικανότητα των πολιτικών».

ΓΙΑ ΤΟ ΔΕΥTΕΡΟ σκέλος, αυτό της υπεροχής των τεχνοκρατών έναντι των πολιτικών, ας κρατήσουμε μια πισινή, μιας και το σχετικό εγχείρημα δεν έχει πει την τελευταία του λέξη. Ούτε στη γειτονική Ιταλία, όπου το πείραμα επιδεικνύει σχετική αντοχή, αλλά ούτε εδώ, όπου οι πρωταγωνιστές της «τεχνοκρατικής λύσης» λειτουργούν προς το παρόν με τακτ και αυτοσυγκράτηση και δεν έχουν ξεδιπλώσει τα ενδεχόμενα αυτόνομα πολιτικά τους σχέδια.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ στοιχείο αυτής της διπλής, ραγδαίας κατάρρευσης, όμως, έχει μια πολλαπλή χρησιμότητα για την κοινωνία. Πρώτα απ’ όλα γιατί αποσταθεροποιεί ένα σταθερό αξίωμα της εγχώριας ολιγαρχίας τα τελευταία χρόνια, και πολύ περισσότερο στη διάρκεια της διετούς κρίσης, ότι η απάντηση στην κρίση του πολιτικού συστήματος, στην εξαχρείωση και την αναξιοπιστία των κομμάτων εξουσίας είναι η υπέρβαση του ανταγωνισμού τους, η συνεργασία τους πάνω στους «εθνικούς στόχους».
Ποτέ δεν μπήκαν στον κόπο να απαντήσουν οι υποστηρικτές αυτής της άποψης πώς η άθροιση τόσο κακών συντελεστών μπορεί να αποδώσει καλό άθροισμα, αλλά σημασία έχει ότι η κοινή γνώμη αποδεσμεύεται γρήγορα απ’ αυτή την ψευδαίσθηση.

ΑΚΟΜΗ μεγαλύτερη σημασία, όμως, έχει το γιατί διαλύεται αυτή η ψευδαίσθηση. Διαλύεται όχι μόνο γιατί επιβλήθηκε πραξικοπηματικά, ερήμην της κοινωνίας και με πρωτοφανείς εκβιασμούς, αλλά και γιατί η νέα μορφή δεν έλυσε το πρόβλημα του περιεχομένου. Και υπό «εθνική» συγκυβέρνηση η κοινωνία εξακολουθεί να απειλείται και να τρομοκρατείται με ίδιας ποιότητας και ταξικής έμπνευσης μέτρα κατά του λαϊκού εισοδήματος, της απασχόλησης, των δημοσίων αγαθών.
Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ένα διευρυνόμενο κομμάτι της κοινωνίας είναι το εξής απλούστατο: το ζήτημα δεν είναι ποιος, αλλά τι. Το θέμα δεν είναι ποιος, με ποιους συμμάχους και ποιες συνεργασίες κυβερνά, αλλά με ποια πολιτική. Αυτό το απλοϊκό ερώτημα είναι μια χρήσιμη επένδυση στο εγγύς μέλλον, όταν οι εκλογές και η αδυναμία της αυτοδυναμίας θα καταστήσουν πάλι επίκαιρες τις περί συναίνεσης των «εθνικών δυνάμεων» φλυαρίες.

ΤΟ ΙΔΙΟ ερώτημα, πάντως, μπορεί να τεθεί (και θα τεθεί) από την κοινή γνώμη και στην άλλη πλευρά του πολιτικού συστήματος, αυτή που κατά τεκμήριο βρίσκεται στο πλευρό της λαϊκής πλειοψηφίας. Δηλαδή στην αριστερά. Το θέμα της συνεργασίας της ως εναλλακτικής λύσης στην πολιτική της κοινωνικής καταστροφής και της ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας τίθεται από πολλούς πόλους της, καταγράφεται ως αίτημα από ένα σημαντικό τμήμα της κοινής γνώμης και τροφοδοτεί συγκεκριμένες, παράλληλες (και προς το παρόν ασύμπτωτες) πρωτοβουλίες και κινήσεις.
Ωστόσο κινδυνεύει να βρεθεί στον ίδιο παρονομαστή αποτυχίας και απόρριψης με αυτόν του αστικού σχεδίου «εθνικής συναίνεσης» αν δεν απαντά στο μονοσύλλαβο ερώτημα: «Τι;» «Τι θα κάνετε εσείς», τι θα έκανε μια κυβέρνηση της αριστεράς αν ο δημοσκοπικός αέρας της διαμαρτυρίας την έφερνε μια ανάσα από την κυβερνητική εξουσία;
Τι θα έκανε τώρα, τι θα έκανε αν υλοποιούνταν το σενάριο της «ολικής καταστροφής», με ανεξέλεγκτη χρεωκοπία, ανεξέλεγκτο διωγμό από το ευρώ, άτακτη επιστροφή στη δραχμή και σε ένα διεθνές περιβάλλον ολικής επαναφοράς στο 1929 και σε μια νέα Μεγάλη Ύφεση;

ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΣ έχω εκτεθεί αρκετά υποστηρίζοντας το επιθυμητό και το εφικτό της συνάντησης των τριών πόλων της αριστεράς, με όλους τους αυτοπροσδιορισμούς και τις ιδιαιτερότητές τους, σε μια θαρραλέα συνεργασία υπέρ της κοινωνίας. Κακά τα ψέματα, όμως, το θέμα είναι κι εδώ όχι μόνο το ποιος (και με ποιους), αλλά το τι (και για ποιους).
Και οι απαντήσεις που αποσπασματικά δίνονται από επίσημα αριστερά χείλη συχνά θυμίζουν εκθέσεις ιδεών και δεν μου εμπνέουν μεγάλη αισιοδοξία
από την Αυγή και το Αριστερό βήμα

Οι παγίδες της συναίνεσης

Posted on Updated on

vive la crise-solutionΣυναίνεση σημαίνει οτι καλείσαι να πείς ναι σε μια χειρότερη εκδοχή ζωής. Ποίοι είναι οι όροι για να μπορέσει να λειτουργήσει μια τέτοια, εκ πρώτης όψεως αντιφατική και παράδοξη συνθήκη;Ποιοι είναι οι περί συναινέσεως λόγοι που αρθρώνονται ;
Ένας πρώτος κυρίαρχος λόγος:»Δεν γίνεται αλλιώς».Το σύνδρομο «TINA»(«There Is No Alternative»),όμως, απο τη φύση του παγιδευτικό και ασύμφορο, αποτελεί ταυτόχρονα το πιο ισχυρό(ως επιβολή μέτρων), αλλά και το πιο ανίσχυρο(ως αποδοχή μέτρων) επιχείρημα.Ενδέχεται όχι μόνο μα μην λύνει, αλλά και να επιτείνει το αδιέξοδο.Πως να στραφείς εναντίον του εαυτού σου μόνο και μόνο επειδή «δεν γίνεται αλλιώς»; HΗ αίσθηση και μόνο οτι όλοι οι δρόμοι δεν είναι κλειστοί έχει μια ιαματική λειτουργία για τον ψυχισμό.
Στο έργο του Μπέργκμαν Οι μαριονέτες η τελευταία ζοφερή σκηνή έχει αποτυπωθεί στο μυαλό μου. Ο παγιδευμένος ψυχικά πρωταγωνιστής για να δηλώσει τη συντριβή του επαναλαμβάνει μονότονα:Αlle Wege sind verschlossen.Όλοι οι δρόμοι είναι κλεισμένοι
Δεν υπάρχει προοπτική ελπίδας.
Ωστόσο ένας ακόμα πιο ύπουλος μηχανισμός παραμονεύει. «Δέξου τα μέτρα γιατί φταις». Χαρακτηριστικός ο διάλογος δυο Ελλήνων αναλυτών, σε ξένο τηλεοπτικό κανάλι, που σχολιάζουν, προκαλώντας(τι ειρωνεία!) τη μηνιν του ξένου δημοσιογράφου, την ελληνική κατάσταση ως εξής:Τα μέτρα είναι αποδεκτά από την μεγάλη πλειονότητα του λαού . Δεν γίνεται αλλιώς. Φταίνε οι Έλληνες, που είναι φοροφυγάδες, τεμπέληδες, καλοπερασάκηδες, δαιμονοποιούν τις ιδιωτικοποιήσεις(sic), τα περιμένουν όλα απο το κράτος.
Πόσο άστοχη και επικίνδυνη δεν είναι μια τέτοια ενοχοποιητική υπέρ-ευθυνοποίηση του μέσου πολίτη;Δεν λες δηλαδή «τέτοιος πουείσαι, τέτοιος που μια ζωή ήσουν , κάτσε τώρα να τα φας».Στο νου έρχεται ένα όχι και τόσο αισθητικό γκράφιτι:»Φάτε τα σκατά σας, κερνάει το κράτος».
Δεν φτάνει που καλείσαι να ζήσεις χειρότερα(για ορισμένους αυτό θα ισοδυναμεί πολύ απλά με τη ζωή),αλλά θα πρέπει ταυτόχρονα να αντιπαρατίθεσαι συνεχώς και με μια απαξιωτική εικόνα του εαυτού σου.
Η γνωστή ρήση «Όπως έστρωσες θα κοιμηθείς» μετασχηματίζεται σε ¨ Έτσι που έστρωσες μην φωνάζεις, δεν σε παίρνει, τι τη θες την φωνή, κάτσε ήσυχος να κοιμηθείς».Ένας τέτοιος ύπνος, όμως, θα μοιάζει με γενικη δοκιμή θανάτου. Για να θυμηθούμε τον Σολωμό και τη Γυναίκα της Ζάκυνθος,που ετοιμαζότουνα να φωνάξει δυνατά για να δείξει πως δεν απέθανε.
Το τελευταίο που ίσως σήμερα χρειάζεται η χώρα μας είναι η υπόθαλψη, «έστω συμβολικά», πεθαμένων ανθρώπων.»Πάρε αυτό το χάπι. Θα σε βοηθήσει να μην φωνάζεις. Αφαιρεί την ζωή. Είσαι καλύτερα χωρίς αυτήν» Το άιτημα της δικαιοσύνης δεν εξασφαλίζεται μέσα από ασύμφορες και καταχρηστικά γενικεύτικες ενοχοποιήσεις.
Σε όλη τη διάρκεια της ζωής σου, από μικρό παιδί μέχρι βαθέος γήρατος, όταν παραιτείσαι(ποτέ με τη θέλησή σου) από το αγαθό, ο πιο αποτελεσματικός , χωρίς τραύματα και παρατεταμένες αποστερήσεις τρόπος είναι να πειστείς ότι ο λόγος της στέρησης είναι θεμιτός και οτι εν πάση περιπτώσει το οδυνηρό είναι προσωρινό-θα υπάρξει μια επόμενη διορθωτική στιγμή.Δεν γίνεται να μην υπάρχει στον ορίζοντα η υπόσχεση(όχι σαν κοροϊδία, αλλά σαν υπεύθυνη προοοπτική) μιας επόμενης στιγμής. Καθώς και η αίσθηση ότι οι επιβάλλοντες τα μέτρα δεν στέκονται ψυχρά και τεχνοκρατικά-εξ αποστάσεως- απέναντί σου.Μαζί σου είναι και συμπάσχουν. Δεν είσαι ένοχος γι’ αυτό που υφίστασαι. Η ενοχή οδηγεί είτε στην οργισμένη και βίαιη επιλογή ζωής είτε στην καταθλιμμένη ζωή.Και τα δύο επιζήμια.Ίσως το δεύτερο λίγο περισσότερο από το πρώτο.
Άγονες οι ενοχοποιητικές τεχνικές που ανθούν υποβοηθούμενες από τεχνικές εκφοβισμού.(Κάνε τώρα αυτό γιατί υπάρχουν και χειρότερα).
Εκείνος που κοινωνικοποιήθηκε στον ωχαδερφισμό, ο μικρομεσαίος που την έβγαζε»καθαρή»(τρόπος του λέγειν καθαρή),γλιτώνοντας ότι μπορούσε από την εφορία, ο εργαζόμενος στο δημόσιο, που πήγαινε να λουφάρει ξεκλέβοντας δύο τρεις ώρες από τη δουλειά του, η ακόμη και αραχτός , δεν μπαίνουν στην ίδια ζυγαριά με όσους κατά συρροήν, έντεχνα, επιτήδεια και επαγγελματικά τόσα χρόνια εμπορεύτηκαν και ανηλεώς λεηλάτησαν αυτόν τον τόπο.
Οι κατεξοχήν ένοχοι, περιφρουρημένοι από την κουλτούρα της ατιμωρησίας, μπορεί να μην πληρώσουν ποτέ(εκεί πάει το πράγμα).Ας μη μετατίθεται, όμως, το βάρος της εγκληματικής διαχρονικής τους σταδιοδρομίας στους ώμους ευάλωτων ευπαθών κοινωνικά ομάδων. Είναι ηθικά και αισθητικά ανεπίτρεπτο. Υπονομευτικό της ελπίδας για την επόμενη μέρα.

από το βιβλίο της Φωτεινής Τσαλίκογλου «ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗΝ ΕΚΠΛΗΞΗ» 34 σχόλια για την κρίση και ένα υστερόγραφο
εκδόσεις Καστανιώτη

η φωτογραφία είναι του marado , στο Βερολίνο την Άνοιξη του 2009

Το μυαλό της κότας…

Posted on

» Από την ώρα που ο Φρανκεστάιν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, ο κόσμος προχωράει μαθηματικά στη εκμηδένισή του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά συνήθισε να φοβάται.

Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ’ το μυαλό της κότας. Απ’ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ’ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ’ ένα ζώο δυνατό που βρυχάται. Τι να τους πως και πώς να τους το πω. Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;

Η υποταγή, ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πως πρέπει, του πως οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε;

Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοηθά να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά.

Το τέρας είχε αρχίσει να κυκλοφορεί. Οι οδοκαθαριστές άρχιζαν την παράστασή τους με Σαίξπηρ, Σίλλερ και Αισχύλο , μια και ανήκουν δικαιωματικά στο υπουργείο Πολιτισμού. Χορός από τραβεστί, ψάλλει τα χορικά του Θεοδωράκη και αποσύρεται εις τας μικράς οδούς, χορεύοντας συρτάκι. Τουρίστες Γάλλοι, Άγγλοι κι’ Ελβετοί παρακολουθούν κι ανατριχιάζουν μπρος σ’ αυτό το παραδοσιακό μας μεγαλείο. Το τέρας γίνεται γελοίο και κυκλοφορεί ανενόχλητο από Ωδείο σε Ωδείο. Η κλασσική μας Μουσική γίνεται Μαγειρείο. Κι όλος ο κόσμος απαιτεί επιδόματα ειδικά από το Δημόσιο Ταμείο.

Το ερώτημα περνάει απ’ τις ηλεκτρικές εφημερίδες της κεντρικής πλατείας. Πως θα αντιδράσουμε και πως δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;

Θυμάστε τι έγινε στην «Ερωφίλη». Ο κόσμος της είχε για βασικές αξίες, το ήθος, την αλήθεια και την ομορφιά. Κι έτσι όταν παρουσιαζότανε η μορφή του τέρατος, αναστάτωνε το κοινό αίσθημα, εκ βαθέων, και προκαλούσε απρόσμενη, άμεση και καθοριστική αντίδραση. Μόλις ο Βασιλιάς έβγαλε τον μανδύα του μεγαλείου και το προσωπείο του αγαθού αρχηγού πατέρα, κι εφάνη στο πρόσωπό του η μορφή του τέρατος, ο Χορός, από γυναίκες, ορμά πάνω του, τον ποδοπατά, τον θανατώνει και τον εξαφανίζει.

Αυτό σημαίνει πως ο χορός των γυναικών αυτών, και δεν φοβήθηκε, αλλά και πως δεν μπορούσε ποτέ να μοιάσει με το πρόσωπο του τέρατος.»

Μάνος Χατζιδάκις Κυριακή, 30 Ιουλίου 1978