βιβλίο

τον Καιρό που γεννήθηκε ο Άρης….

Posted on Updated on

από το βιβλίο του Μπάμπη Κλάρα «Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΜΟΥ Ο ΑΡΗΣ»

Το πανηγύρι

Η ΓΕΝΝΗΣΗ του ήταν κανονική, όπως όλες οι φυσιολογικές γεννήσεις. Αλλά να που και σ’αυτήν, κατά πως λέει η παροιμία,θέλοντας ο βλάχος και μη θέλοντας ο Χριστός, του φόρεσε και αυτουνού τσαρούχια, θέλησε κι ο κόσμος της μικρής πόλης, να δει στη γέννησή του κάποια ιδιαίτερα σημάδια κι ας μην μπορούσε καλά- καλά να τα ξεδιαλύνει. Έτυχε, βλέπεις, και βγήκε από την κοιλιά της μάνας του την μέρα που άνοιγε το μεγάλο παζάρι της Λαμίας, 27 Αυγούστου, με το παλιό ημερολόγιο, και που κρατούσε ως τις 14 Σεπτεμβρίου, σαν μεγάλη εμποροπανήγυρη, που ήταν για όλη τη Φθιώτιδα, και πέρα ακόμη απ’ αυτή.

Εκεί να δεις πραμάτειες και τι πραμάτειες. Κι εκεί να δεις κόσμο και ντουνιά και τι ντουνιά. Υπεραγορά αληθινή και πιο μεγάλη απ’ τη σημερινή. Μ’ όλα τα καλούδια του καιρού και του τόπου. Όλα στη φτήνεια, σαν τις συγκαιρινές μας, πες, εκπτώσεις. Να μη χορταίνει το μάτι. Κι όλο να λύνεται το κομπόδεμα. Και δωσ’του να παίρνει και να δίνει το μικρό και το μεγάλο αλισβερίσι. Ήταν και το μεγάλογεγονός της χρονιάς για την επαρχία. Να κουβαλούν όλοι απο τα τριγύρω χωριά τα ζωντανά και τις σοδείες, πο ‘χαν γαι ξεπούλημα. Να ψωνίζουν οι χωριατοπούλες κάνα γιορτινό παπούτσι και κάνα ξόμπλι για τις μεγάλες μέρες του αρραβώνα και του γάμου-καλή του ώρα και να μην αργεί να ‘ρθει. Να κατηφορίζουν και οι νοικοκυροπούλες απ’ την πάνω την πλατεία της Ελευθερίας ως το Σταροπάζαρο, που το λένε πάρκο τώρα, να χαρούν και να χαζέψουν. Λεφούσι και οι παρακατιανοί απ’ την πλατεία Λαού και τις πέρα γειτονιές, να κάνουν το κουμάντο τους για το χειμώνα, λαοσύναξη γενική, πρωινή και απογευματινή ως αργά το βράδυ, με τις λάμπες της ασετιλίνης, που προμήθευε το εργοστάσιο του Γοργοποτάμου.

    Αλλά δεν ήταν μόνο εμπορική συναλλαγή. Ήτανε και πανηγύρι, αληθινή διασκέδαση, για μικρούς και για μεγάλους. Η αρχή γινότανε από την είσοδο, με τα ζαχαρωτά και τ’ άλλα εδέσματα, που είχανε από δω και από κει απλωμένα και που τα διαλαλούσανε με τις τραγουδιστές φωνές τους οι επιχώριοι παρασκευαστές και μεταπράττες. Από τη μια μεριά ο ξακουστός Φαρσαλινός σαπουν-χαλβάς να ευωδιάζει από το γίδινο βούτυρο και την ξηροψημένη κρούστα. Απ’ την άλλη, τ’ αρμυρά και αφράτα στραγάλια. Αχνιστά κι ανακατεμένα με σταφίδες ροζακιές ν’ ανοίγουν την όρεξη. Να παίρνουν τα χωνάκια τους και τα παιδόπουλα, αγόρια και κορίτσια, να βρίσκουν και την ευκαιρία, κρυφά- κρυφά, αθέατα, να τα σφεντονίζουν μεταξύ τους και ν’ ανοίγουν έτσι το μυστικό τους διάλογο.

Ύστερα ήτανε οι βόλτες στα στενά δρομάκια που χώριζαν τους πάγκους με τις πραμάτειες. Με την ποκιλία και την πολυχρωμία τους προσφέρανε ένα εξαίσιο θέαμα, που χαίρονταν όλοι να το απολαμβάνουν. Τι θαυμάσιες, ήτανε εκείνες οι πλουμιστές μπατανιές, οι υφασμένες στον παλιό ξύλινο αργαλειό, οι φλοκότες βελέντζες οι χτυπημένες στη νεροτριβή, τα κιλίμια με τα λουλουδάτα σχέδια. Κατασκευάσματα όλα της οικοτεχνίας, που άνθιζε εκείνον τον καιρό στην κλειστή αγροτική οικονομία. Χωρίς βέβαια, να λείπουν και τα είδη της αστικής βιοτεχνίας που λαχταρούσαν νοι κυράδες κι οι κοπέλες των χωριών κι αγοράζανε οι αρχοντοπούλες θαρώντας πως ανέβαιναν έτσι ένα σκαλί παραπάνω, νοθεύοντας μ’ αυτά τις πλουμιστές χωριατικες φορεσιές.

Όξω πάλι, απο την εμπορική αγορά, στον περίγυρό της, ήτανε το αλογοπάζαρο. Με τ’ αλόγατα και τα πουλάρια που ήταν για πούλημα. Με τα γαιδουράκια που ξεπουλούσαν οι γύφτοι. Με τα μουλάρια για τα βαριά φορτώματα και με τα καματερά τα βόδια. Να τα περιεργάζονται οι τσαμπάσηδες, να τα ορέγονται κι οι αλογοσύρτες, να τα χαίρονται και τ’ αντράκια για καβάλα, ψαριά, ντοριά, αράπικα και κανελιά, ξεσαμάρωτα και σαμαρωμένα. Ακόμη και σελωμένα-μεγάλη αυτή η πολυτέλεια-να τριποδίζουν και να καλπάζουν, φτερό απάνω τους κι ο καβαλάρης.

Που να τα γευτούν τέτοια πράματα τα παιδόπουλ, που να τ’ άφηναν οι μεγάλοι. Προτιμούσαν κι αυτά, αναγκαστικά, τον εσωτερικό περίγυρο του παζαριού, που ήταν στα μέτρα τους. Κι εδώ που τα λέμε, ήταν και πιο γουστόζικος με τα πράματα και τα θάματα που παρουσίαζε. Εκεί να δεις μύλους και ροκάνες και καραμούζες. Ακόμα και πίπιζες και φλογέρες, κύκλους και σκοποβολή, κι άλλα τυχερά παιχνίδια, σαν και αυτά που γεμίζουν τα σημερινά λούνα-παρκ. Αλλά και δυο παραπάνω θάματα πο τα ‘χουν σήμερα παραμερίσει.

Το ένα ήταν οι απίστευτές ταχυδακτυλουργίες, που κάνανε οι ταχυδακτυλουργοι. Σπαθιά ολόκληρα να καταπίνουν. Να τους τυλίγουν τα φίδια και αυτοί να κουβεντιάζουν μαζί τους. Να μιλεί πιο κει και η ασώματος κεφαλή

Το άλλο ήταν ο Καραγκιόζης. Άρχιζε το βραδάκι να φωτίζει το πανί του και οι φιγούρες του  ξεκινούσαν με τραγούδι και χορό. Από κοντά τα πρόσωπα ν’ ανιστορούν τα ελληνοτουρκικά τους μπλεξίματα, έξω από το σαράι του Πασά και την καλύβα του Καραγκιόζη. Να ξυλοφορτώνει ο Δερβέναγας τον Καραγκιόζη, να παρεμβαίνει ο Μπαρμπα-Γιώργος και να τρέπει τον Βεληγκέκα σε φυγή με τη γκλίτσα του. Να βαράει και ο Καραγκιόζης τον Χατζηαβάτη:-Τι με βαράς βρε, το καλό σου εγώ θ’ελω, να παραπονιέται εκείνος. Παλικαράς να προβαίνει ο Σταύρακας. Κι ο σιορ Διονύσης, ο Νιόνιος, να κρούει την κιθάρα τουκαι να τραγουδάει την αγάπη του στην άπιστη καλή του. Να ξεφυτρώνει στο τέλος κι ο Μέγας-Αλέξανδρος  καβάλα στο φαρί του και με υψωμένο το ακόντιο να τραντάζει κόσμο και κοσμάκη με τη δυνατή φωνή του.

– Έξελθε κατηραμένε όφι δια να μη σε εξέλθω…-σίγουρος πια κι ο κοσμάκης πως στον Τουρκαλά Αφέντη τα λέει και πως ο καταραμένος όφις δε θ’ αργήσει κουλουριασμένος να σπαράξει, χτυπημένος απ’ του Μεγα-Αλέξανδρου το δόρυ. Αλλά που να τα ξέρεις όλα αυτά εσύ αγαπητέ μου αναγνώστη. Γίνονται σήμερα τέτοια πράματα και θάματα; Τι να τα πολυλογούμε κι εμείς.

Κακογλωσσιές και συχαρίκια

ΣΑΝ να μην έφθαναν όλ’ αυτά, ήρθε από πάνω τη μέρα εκείνη του Τρυγητή και το μεγάλο νέο:

-Τα μάθατε; Η Κλάραινα γέννησε!

-Και τι έκανε;

-Αγόρι!

-Αγόρι!…

Τα θαυμαστικά δεν έιναι δικά μας.  Επιφωνήματα είναι του κόσμου.Ε, δεν ήταν και μικρό πράμα για μια μικρή πολιτεία. Αν το Παζάρι ήταν το μεγάλο γεγονός της χρονιάς, ήταν κι αυτό, το γεγονός της ημέρας. Βούιξε ο τόπος.

Πόσος άλλωστε ήταν αυτός ο τόπος. Όμορφη ήτανε, φυσικά, από τότε η Λαμία, το παλιό Ζητούνι. Με το Κάστρο της από τη μια μεριά και τα βενετσιάνικα τειχιά του, όπου είχαν τότε τις φωλιές τους τα μικρά κοράκια, τα καργάκια. Μαθαίνανε  και να μιλούνε ακόμα, κατά πως  μολογάνε οι παλιότεροι. Στολισμένα, όταν πιάνονταν, με λειριά από κόκκινη τσόχα, κοροιδεύανε με την καργίσια τους λαλιά ερείπια και ξεπεσμένα μεγαλεία. Ν’ αγναντεύει ο κόσμος απ’ το Κάστρο τον ανοιχτό ορίζοντα κατά τον Μαλιακό κόλπο, τη γαλάζια θάλασσα,την πάντα ερωτιάρα και απάντα αγαπημένη, με το επίνειό της τη Στυλίδα και την Αγιά Μαρίνα της στη μέση. Με τον Αη-Λουκά απ’ την άλλη μεριά, μικρό και θαυμαστό οροπέδιο, ν’ απλώνει τη ματιά του στην εύφορη κοιλάδα του Σπερχειού, λουσμένη με τα νερά του, με πλουμιστές τις φορεσιές της κατά τη μόδα των καιρών. Με την ανοιξιάτικη πράσινη ελπίδα, με τη χρυσαφένια περιβολή των καρπών της γης το καλοκαίρι, χρώματα θαμπά φθινοπωρινής ομίχλης και μελαγχολικής ανίας κατόπι, ωσπού να περιβληθεί αργότερα το χειμωνιάτικο λευκό χιτώνα της ευγονίας. Καμαρωτοί ν’ αγρυπνούν αντίκρι της, ο γραφικός Καλλίδρομος και η μπουρινιασμένη Οίτη με την τέφρα του Ηρακλή και πιο βαθιά πιο πέρα το Βελούχι με την δίκορφη περηφάνεια του.

  Ανάμεσα στο Κάστρο και στον Αη-Λουκά, στην πόλη κάτω, ισοδρομούσε ο μεγάλος δρόμος προς τα Πηγαδούλια. Έφτανε ως απάνω στην Ταράτσα με την Αγία της Παρασκευή , που σταμάτησε εκεί τους τούρκους το 1897. Έμεινε ακόμα γυρισμένη η παλάμη του χεριού της  στη στάση του σταματημού τους, για να βάζουν τα παιδιά επάνω τις δεκάρες τους και να μαθαίνουν αν θα γίνει η όχι η παιδική τους πεθυμιά. Αν έμενε η δεκάρα κολλημένη στην εικόνα, η πεθυμιά τους θα γινόταν. Αν έπεφτε, δεν θα γινόταν. Πέρα από την αγία Παρασκευή ξάνοιγε ο δρόμος με στροφές κατά το Δομοκό και τη Θεσσαλία. Από κει ξεκινήσανε οι κατοπινές ελευθερώσεις του 1912-1913, κι ακόμα παρακάτω, του 1914 με 1920.

Ήταν ένας μοναδικός δρόμος αυτός. Ξεκινούσε από την επάνω πλατεία της Ελευθερίας όπου είχε την πρωτοκαθεδρία της η αριστοκρατία, αλλά στη στράτα του ένωνε μαζί της και τον κοσμάκη από τις παρακατιανές πλατείες του Λαού και της Σιταγοράς σε ωραίους βραδινούς περιπάτους, ανάμεσα σε μια θαυμάσια δεντροστοιχία απο λεύκες και δροσοπηγές.  Πέρναγε από τον δεντρόφυτο λοφίσκο του αγίου Μιχαήλ και Γαβριήλ, από σειρά εξοχικά κέντρα με πράσινη μπροστά τους απλοχωριά, χώριζε στα δυο τα Γαλανέικα, ενωνόταν με τον περιφερειακό δρόμο και περνώντας ανάμεσα από δεντροφυτεμένους λοφίσκους στο Ισαδάκι, έφτανε ως τον Αη-Λουκά για ναγυρίσει πάλι στο κέντρο της πολιτείας.

Στο γυρισμό, κατά το έθιμο και τη συνήθεια, κάθε τάξη έπιανε και την πλατεία της, της Ελευθερίας η αριστικρατία, του Λαού ο λαουτζίκος, της Σιταγοράς, οι άνθρωποι της συναλλαγής. Στημένα τους περίμεναν τα τραπεζάκια στα ωραία ζαχαροπλαστεία με το Λαμιώτικο παντεσπάνι, τους μπεζέδες της και τα παστίτσια. Όλο γεύση, ευωδία και νοστιμιά, τα καφενεία με τα περιποιημένα ουζάκια, ελιά και χταποδάκι, χωρίς να λείπει σ’ αυτά και ο ναργιλές για τους παλιούς μερακλήδες. Αγόρια και κορίτσια φέρνανε βόλτες στην απάνω πλατεία αλλάζοντας κρυφές ματιές κι ακούγοντας την Φιλαρμονική του δήμου που έπαιζε στην εξέδρα τις ωραίες οπερέτες του έρωτα και του γλεντιού. Με τις μανάδες και τους πατεράδες να καμαρώνουν από τα τραπεζάκια τους. Με στηλωμένα, για καλό και γαι κακό πάνω τους τα μάτια, να λένε όμως και τα δικά τους για τη ζωή και την πολιτική, ώσπου να ‘ρθει η ώρα του βραδινού φαγητού για ν’ αδειάσει και η πλατεία.

Αλλού φωναχτή κι αλλού σιγανή, η βραδινή κουβεντίτσα, που ερχόταν σαν ξεκούραση και βάλσαμο από τον κάματο της μέρα, δεν έλειπε κι από τις άλλες πλατείες.Παρέες-παρέες και παρείτσες, μ’ όλα τα παλιά του καιρού κι όλα τα νέα της μέρας, με κρίσεις κι επικρίσεις, με κομπασμούς και χάχανα, με ανεκδοτάκια και καλμπουράκια. Και φυσικά, με το απαραίτητο, σαν το αλατοπίπερο, κουσκουσουριό, καλόβουλο κατά συνήθεια, κάποτε και μοχθηρό. Αυτό δα, αν ήτανε κι αν δεν ήτανε το καθημερινό ψωμοτύρι του κόσμου όλου και του κοσμάκη. Γιατί όπως βλέπεις, όμορφη ήτανε η μικρή μας πόλη αλλά μικρός ο τόπος, μικρός και ο κόσμος. Κι όπως συμβαίνει σ’ όλες τις μικρές πολιτείες, έπαιρνε και έδινε το κουτσομπολιό και σ’αυτήν. Για τα πιο επίκαιρα, βέβαια, θέματα. Και τι άλλο, τη μέρα εκείνη, πιο επίκαιρο, απο το Αυγουστιάτικο παζάρι και τα Κλαρέικα γεννητούρια.

Για τη χρησιμότητα και τη χαρά του παζαριού, ήταν όλοι σύμφωνοι. Για τα γεννητούρια όμως, τα σχόλια διχάζονταν. Κι όπως ήταν επόμενο, βούιξε ο τόπος.

– Παζαριώτης βγήκε ο γιός του Κλάρα, παζαριώτης…

Έτσι, με τον συσχετισμό των δύο γεγονότων, του παζριού και της γέννας, από στόμα σε στόμα, λες και συνεννοήθηκε με μιας όλος ο κόσμος, του κόλλησε και μονομίας, πριν ακόμη βαφτιστεί το παιδί, το πρώτο του παρανόμι. Καλοάρεσε και στον λαουτζίκο η προσωνυμία, μ’ αγαθή καρδιά και καλή θέληση.

-Να σου ζήσει, κυρ-Μήτσο, και ναμας ζήσει, δικός μας είναι αυτός.Σαν να χαίρονταν αληθινά γι’ αυτό, μικροέμποροι και μικροβιοτέχνες, εργατικοί της πόλης και του χωραφιού, λέγανε τα συχαρίκια τους και σφίγγανε το χέρι που χαρούμενα τους άπλωνε κι ο πατέρας.

Υ.Γ. ευχαριστώ τον φίλο και πατριώτη μου δημοσιογράφο Δημήτρη Κρικέλα που μου παραχώρησε το παραπάνω  απόσπασμα  απο το δυσεύρετο βιβλίο του Μπάμπη Κλάρα για τον Άρη Βελουχιώτη » Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΜΟΥ Ο ΑΡΗΣ» Εκδόσεις ΔΩΡΙΚΟΣ .

Με την ευχή μου να πραγματοποιήσει το όνειρο του…

Υ.Γ. 2 οι φωτογραφίες της παλιάς Λαμίας είναι απο την ιστοσελίδα του 3ο Γενικού Λυκείου Λαμίας (Μουστάκειο) ΕΔΩ

Το Debtocracy έγινε βιβλίο

Posted on Updated on

Αφού δοκίμασε τις δυνάμεις του στο Ιντερνετ, σε πλατείες και εκδηλώσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αποφάσισε να ξανανοίξει το διάλογο σε ένα πιο παραδοσιακό μέσο. Όπως είχαμε υποσχεθεί, η ομάδα του Debtocracy ετοίμαζε εδώ και εβδομάδες όλο το υλικό που δεν θα μπορούσε να χωρέσει σε μια παραγωγή 74 λεπτών. Μαζέψαμε λοιπόν και εμπλουτίσαμε τις πηγές μας, καθαρογράψαμε ολόκληρες τις συνεντεύξεις, μετατρέψαμε τα animation σε κόμικ και συμπληρώσαμε περισσότερα κείμενα για την πολιτική και οικονομική κατάσταση της χώρας αλλά και τις σκέψεις μας για ανεξάρτητες παραγωγές όπως το Debtocracy.

Όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις η μεταφορά από το ένα μέσο στο άλλο δεν είναι μια απλή αναπαραγωγή της πληροφορίας αλλά μια νέα δημιουργία. Το δύσκολο αυτό δημιουργικό έργο ανέλαβε ο Κώστας Εφήμερος. Ο δημοσιογράφος Γιώργος Δελαστίκ μας τίμησε προλογίζοντας το βιβλίο και οι εκδόσεις Λιβάνη ανέλαβαν να το εκδώσουν στο ελάχιστο χρονικό διάστημα και με τις προδιαγραφές που ζητήσαμε.

Πιστευουμε ότι η κυκλοφορία σε βιβλίο θα μας επιτρέψει να προωθήσουμε τις απόψεις των συνεντευξιαζόμενων σε ένα ευρύτερο ακροατήριο που είτε δεν έχει πρόσβαση στο Ιντερνετ είτε δεν θα θέλει να διαβάσει μερικές εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις στην οθόνη του υπολογιστή του.

Επειδή όμως το Debtocracy ανήκει σε όλους εσάς, που μας βοηθήσατε οικονομικά, όλα τα κείμενα που προέκυψαν από τις συνεντεύξεις και τη δημοσιογραφικη έρευνα είναι δωρεάν διαθέσιμα στη διευθυνση

debtocracy.gr

http://bit.ly/nm0aar

www.xstefanou.gr

πηγή Typologies.gr

…Ιδού το ξεχασμένο σήμερα ελληνικό μάθημα…

Posted on

Υστερόγραφο
Ένας Ελληνικός Μύθος,η Ψυχή και ο Έρως

Μια φορά και έναν καιρό ζούσε μια πριγκιποπούλα, που όμως δεν είχε σύντροφο.Τη λέγανε Ψυχή.
Ο πατέρας της αναζήτησε τη συμβουλή του Απόλλωνα κι εκείνος είπε:»Με ρούχα πένθους η κόρη σου θα σταθεί στην κορυφή ενός ψηλού βουνού κι από εκεί σαν νύφη ένα φτερωτό φίδι θα έλθει να την πάρει». Με οδύνη συμφώνησαν , κι όλη νύχτα στο κρύο και στον τρόμο η Ψυχή περίμενε και το πρωί βρίσκεται σε ένα λαμπρό παλάτι. Είναι η βασίλισσα του παλατιού. Κάθε νύχτα ένας αόρατος σύζυγος την επισκέπτεται και της κάνει έρωτα. Σαν δείγμα εμπιστοσύνης της ζητάει να μην τον κοιτάξει ποτέ. Μέσα στο σκοτάδι μόνο να συναντιούνται. Κάποια νύχτα, όμως, δεν αντέχει άλλο και φοβούμενη ότι ο εραστής της είναι το φτερωτό φίδι, η Ψυχή παραβιάζει την υπόσχεσή της και ανάβει το φως. Σαστισμένη βλέπει στο κρεβάτι της ένα πανέμορφο νέο. Είναι ο Έρως. Το φως τον ξυπνάει και χάνεται. Σε απόγνωση, η Ψυχή ζητάει τη βοήθεια της μητέρας του, της Αφροδίτης. Εκείνη, όμως, που φθονεί την ομορφιά της, την υποβάλλει σε σκληρές δοκιμασίες, ελπίζοντας ότι δεν θα αντέξει. Η Ψυχή, όμως,αντέχει και η Αφροδίτη της δίνει ένα μαγικό ποτό που τη βυθίζει σε βαθύ ύπνο. Ο Έρως, ωστόσο, που δεν αντέχει μακριά της,την αναζητεί και με ένα βέλος από το τόξο του την ξυπνάει. Έπειτα πηγαίνει στον Δία και τον ικετεύει να κάνει την Ψυχή και τον γάμο τους αθάνατους.Μέχρι σήμερα η Ψυχή και ο Έρως δεν έχουν χωριστεί.
vive la crise-solutionΤι σημαίνει ο μύθος; Ότι χρείαζεται να είσαι ευάλωτος για να αγαπηθείς; Ότι η ενότητα των πραγμάτων προκύπτει από τον προηγούμενο χωρισμό τους;Ότι το μυαλό πρέπει να περιπλανηθεί στο σκοτάδι προτού κατακτήσει τη γνώση; Ότι το »αντικειμενικό»φως της γνώσης μπορεί να σκοτώσει τη σχέση ανάμεσα σε αυτό που αναζητεί τη γνώση και στο αντικείμενο της γνώσης ή της επιθυμίας; Ότι άγχη για τα φίδια και τα βέλη κατακλύζουν τις νεαρές παρθένες προς μεγάλη αγαλλίαση του Φρόυντ; Ότι το να αγγίζεις είναι το ίδιο σημαντικό με το να βλέπεις; Ότι το μυαλό μπορεί να μεταμορφώσει τέρατα σε εραστές;
Κι ένα σωρό άλλα πράγματα μπορείς να σκεφτείς. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι 2.500 χρόνια πριν οι Έλληνες μας έφεραν σε επαφή με την πολλαπλότητα της ερμηνείας. Η μια και μόνον αλήθεια σκοτώνει την αλήθεια. Πολυκεντρισμός, πολλαπλότητα. Ετεραρχία στην θέση της ιεραρχίας. Ιδού το ξεχασμένο σήμερα ελληνικό μάθημα.

Σε μια εποχή που ο πλανήτης μας καταστρέφεται από ηγέτες, κατόχους μοναδικών αληθειών, και αφελέστατα θεωρείται ότι η πολιτική εξαντλείται σε ασκήσεις ορθολογισμού και λογιστικής. Πρέπει να είσαι «αλλιώς» δυνατός για να αντέξεις την πολλαπλότητα των πραγμάτων. Μια κουλτούρα αδυναμίας, όμως, ξένη στους τότε Έλληνες, κρύβεται σήμερα πίσω από ένα προσωπείο δύναμης.

Ο ελληνικός μύθος αναδεικνύει τρόπους ατομικής ύπαρξης και συνύπαρξης. Αφηγείται μια ξεχωριστή ιστορία, που θα άξιζε ειδικά σήμερα να συλλογιστούμε. Μας μιλάει για την δύναμη της απώλειας, για την επινόηση και την μεταμόρφωση της οδύνης, για τη σημασία της υπέρβασης της μονοσήμαντης σκέψης, για την πολλαπλότητα του είναι, το διττό των πραγμάτων και την αποδοχή της εγγενούς αμφισημίας τους.
Σήμερα που η χώρα μας κλυδωνίζεται από μια οδυνηρή κρίση όχι μόνο της οικονομίας, αλλά και του σκέπτεσθαι και του πολιτισμού, ένας επαναστοχασμός πάνω στη Ψυχή και τον Έρωτα προσφέρει ίσως μια άλλη θέαση του κόσμου «εκεί-έξω» μας και «εδώ-μέσα» μας.

Φωτεινή Τσαλίκογλου
από το βιβλίο της με τίτλο:
«Το μέλλον ανήκει στην έκπληξη»
34 σχόλια για την κρίση και ένα υστερόγραφο
εκδόσεις Καστανιώτη

«Η ευρωζώνη ανάμεσα στη λιτότητα και την αθέτηση των πληρωμών»

Posted on Updated on

Η κρίση του ευρώ
Το καινούργιο βιβλίο του καθηγητή του πανεπιστημίου του Λονδίνου Κώστα Λαπαβίτσα και των συνεργατών του «Η ευρωζώνη ανάμεσα στη λιτότητα και την αθέτηση των πληρωμών» (εκδόσεις Λιβάνη) θα παρουσιαστεί την ερχόμενη Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου, στις 19.30, στην αίθουσα εκδηλώσεων της ΕΣΗΕΑ (Ακαδημίας 20, Αθήνα). Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο καθηγητής Κώστας Βεργόπουλος, ο βουλευτής Παναγιώτης Λαφαζάνης και ο δημοσιογράφος Πέτρος Παπακωνσταντίνου. Θα ακολουθήσει συζήτηση.Η εκδήλωση αποκτά ιδιαίτερη πολιτική επικαιρότητα στο φόντο της πρόσφατης συνόδου κορυφής της Ε.Ε. και των κρίσιμων αποφάσεών τους, που αναδεικνύουν την Ελλάδα σε πειραματόζωο για την επιβολή οικονομικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης στους λαούς όλης της Ευρώπης, χωρίς ημερομηνία λήξης. Ένα εφιαλτικό τοπίο, που θέτει τα ερωτήματα για τη διαγραφή του χρέους, για την ανατροπή της ΟΝΕ και για το μέλλον της ίδιας της Ε.Ε. στην ημερήσια διάταξη.

Το βιβλίο του Κ. Λαπαβίτσα και των συνεργατών του (Α. Καλτενμπρούνερ, Γ. Λαμπρινίδης, Ντ. Λίντο, Τζ.Μέντγουει, Τζ. Μίτσελ, Χ.Π. Παϊνσέιρα, Τζ. Πάουελ, Ε. Πίρες ,Α. Στένφορς, Ν. Τέλες) στηρίζεται σε πρόσφατη μελέτη για την κρίση της ευρωζώνης των οικονομολόγων της Σχολής Ανατολικών και Αφρικανικών Μελετών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (SOAS). Οι συγγραφείς ανήκουν στην ομάδα Έρευνα για το Χρήμα και τον Χρηματοπιστωτικό Τομέα (Research on Money and Finance, RMF) και συντονίζονται από τον καθ. Κώστα Λαπαβίτσα.

Η μελέτη διατείνεται ότι η κρίση της ευρωζώνη οφείλεται στην μεγάλη αναταραχή που ξέσπασε στις χρηματοπιστωτικές αγορές των ΗΠΑ το 2007 και γρήγορα εξελίχθηκε σε παγκόσμια ύφεση. Είναι επομένως μια περαιτέρω φάση της μεγάλης δομικής κρίσης που ξεκίνησε το 2007.

Η κρίση της ευρωζώνης όμως οφείλεται και στις δομικές στρεβλώσεις του ευρώ που επέτρεψαν στη Γερμανία να βελτιώσει της ανταγωνιστικότητά της, κυρίως μέσω πίεσης επί των γερμανών εργαζομένων. Προέκυψαν έτσι πλεονάσματα στο γερμανικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, τα οποία αντιστοιχούν σε ελλείμματα στα ισοζύγια της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και άλλων χωρών της περιφέρειας. Το ξέσπασμα της γενικευμένης αστάθειας στο τέλος του 2009 εκφράζει αυτές τις βαθιές ανισομέρειες εντός της ευρωζώνης.

Στη μελέτη καταδεικνύεται ότι η αύξηση του χρέους των περιφεριακών χωρών – δημόσιου, ιδιωτικού, εγχώριου και εξωτερικού – οφείλεται στην πτώση της ανταγωνιστικότητάς τους, και άρα στους μηχανισμούς της ευρωζώνης. Η συσσώρευση του περιφερειακού χρέους απειλεί τις ευρωπαϊκές τράπεζες.

Η πολιτική λιτότητας που εφαρμόζεται σήμερα αποβλέπει στη διάσωση των τραπεζών. Έχει πολύ μεγάλο κοινωνικό κόστος και πιθανώς θα οδηγήσει σε γενικευμένη ύφεση. Η λιτότητα επίσης θα μεταβάλει την ισορροπία ισχύος υπέρ του κεφαλαίου για πολλά χρόνια.

Αντί για την καταστροφική επιλογή της λιτότητας οι συγγραφείς προτείνουν την αθέτηση πληρωμών που όμως θα καθοδηγείται από τον οφειλέτη και όχι τον πιστωτή. Απαραίτητη είναι η διαφάνεια και η συμμετοχή των εργατικών οργανώσεων και της κοινωνίας των πολιτών στην επαναδιαπραγμάτευση του χρέους.

Η αθέτηση πληρωμών με πρωτοβουλία του οφειλέτη θα θέσει αμέσως θέμα εξόδου από την ευρωζώνη. Η προοπτική αυτή μπορεί να λειτουργήσει θετικά στην κατεύθυνση ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγικής υποδομής και στήριξης της απασχόλησης. Θα πρέπει όμως να στηρίζεται σε πλαίσιο μέτρων, όπως εθνικοποίηση τραπεζών και προοδευτική αναμόρφωση της φορολογίας, που σηματοδοτούν ευρύτερες και βαθύτερες κοινωνικές μεταβολές και ανατροπές.

Η μελέτη του RMF συνάντησε μεγάλο ενδιαφέρον από τον ελληνικό και ξένο τύπο. Εκτενείς αναφορές στη μελέτη έκαναν η ισπανική El Pais, ο βρετανικός Guardian, η καταλανική La Vanguardia, οι πορτογαλικές Jornal de Negocios και Publico, οι ελληνικές Ελευθεροτυπία, Ημερησία και ΠΡΙΝ, η ιταλική Sbilanciamoci κ.α.

πηγή:Αριστερό Βήμα

Ποιός ξέρει , θα ‘παν, τι λογής χρόνους θα ΄ρθουν, πως θα εξελιχθούν τα πράγματα σ’ αυτά τα χώματα , αν δεν βρεθεί η Ελλάδα εξανδραποδισμένη, σκλάβα, μέσα στης δουλείας τα σκοτάδια…

Posted on

σε ετούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει....symbol-σύμβολο

” …….Καθισμένοι ο ένας κοντά στον άλλο πάνω σε μια μεγάλη

πέτρα, κοιτάζουνε από το ύψος του βουνού την πολυάνθρωπη πρωτεύουσα, παρακολουθούν την νύχτα που ζυγώνει, που απλώνεται, που σιγά σιγά κυριαρχεί.Τα σύννεφα που ’δε πριν λίγο η Διονυσία έχουν διαλύσει, έχουν χαθεί,ο νοτιάς που φυσάει καθάρισε της Αθήνας την ατμόσφαιρα, έδιωξε την βρώμα και τα καυσαέρια, εδώ και εκεί πάνω στον ουρανό έχουν φανερωθεί τα άστρα. Μερικά μέτρα από την πλατωσιά ξασπρίζουν του πανάρχαιου λατομείου τα βράχια.

Αργά, ήρεμα, λες και αναθυμάται λέξη την λέξη, φράση την φράση κάποιο μισοξεχασμένο παραμύθι, η Διονυσία εξηγεί στον Ανέστη ότι από εδώ περνούσαν την αρχαία εποχή τα μεγάλα τετράτροχα κάρα που κουβαλούσαν το πεντελικό μάρμαρο στην Αθήνα. Δούλευαν οι λοτόμοι σκυλίσια, μέρα και νύχτα, οι εργάτες αγκομαχούσαν, οι επιστάτες έβριζαν και τιμωρούσαν σκληρά άμα καθυστερούσε η δουλειά, όταν ανακάλυπταν κάποιον να ‘χε κάπου μουλώξει και να κάνει λούφα. Καμία φορά, πάνω στην βράση του μόχθου, τα ντιντινίσματα και οι χτύποι από τους λοστούς , τα καλέμια και τα σφυριά έσμιγαν με καλπασμούς αλόγων π’ αντηχούσαν σε όλη την πλαγιά, φανερώνονταν μαντατοφόροι από την πόλη της Παλλάδας , έφερναν μηνύματα. Την μία φορά ο Ικτίνος απειλούσε τον αρχιεπιστάτη του λατομείου πως αν δεν προχωρούσαν γρήγορα τα έργα, θα τον κατάγγελνε στις Αρχές για να του αφαιρέσουν την εργολαβία, την άλλη έκαναν παράπονα ο Φειδίας, ο Καλλικράτης, η ο Μνησικλής. Άλλοτε πάλι οι μαντατοφόροι εξηγούσαν ότι ο Περικλής είχε μπλέξει άσχημα με την εκκλησία του Δήμου και πως ο λαός δεν ήξερε τι ήθελέ, άλλαζε γνώμη από την μία στιγμή στη άλλη. Μερικοί ρήτορες έλεγαν ότι τα έργα της Ακρόπολης καθυστερούσαν αδικαιολόγητα η πως σπαταλιόνταν αστόχαστα το δημόσιο χρήμα , άλλοι τα ‘βαζαν με τους αρχιτέκτονες, τους κατηγορούσαν για αισχροκέρδεια, απειλούσαν να τους καθίσουν όλους μαζί στο σκαμνί, ότι θα ‘στελναν και τον ίδιο τον Περικλή εξορία ή θα τον εγκαλούσαν για να δώσει λόγο για τις ατασθαλίες του μπροστά στην Ηλιαία.

Μια μέρα, διηγιέται η Διονυσία, βλέποντας που οι Αθηναίοιέχαναν για τα καλά την υπομονή τους κι ότι κινδύνευαν να πάνε όλοι οι κόποι στράφι, ο γιος του Ξάνθιππου καβαλίκεψε ένα άτι και πήγε ο ίδιος στην Πεντέλη, έδωσε διαταγή στον αρχιεπιστάτη να πει στους λοτόμους και σε όλη την εργατιά να σταματήσουν την δουλειά και να συγκεντρωθούν σε τούτη την πλατωσιά για να τους μιλήσει. Εκείνος κρέμασε τα μούτρα. Που ’χε ξανακουστεί, εξήγησε στον Περικλή, να βγάζει λόγο στους δούλους και στην πλέμπα ο ηγέτης της μεγαλύτερης και της πιο δοξασμένης ελληνικής πόλης; Μονάχα ο βούρδουλας θα ΄ταν ικανός να φέρει σε λογαριασμό τον άξεστο και ακαμάτη λαό, να τον βάλει θέλει δεν θέλει στο σωστό δρόμο. « Η δημοκρατία, γιε του Ξάνθιππου » ,είπε ο αρχιεπιστάτης, «δεν ταιριάζει με τον χαρακτήρα όλων των ανθρώπων, δεν βγαίνει πάντα καλό αποτέλεσμα με την συζήτηση και την πειθώ, όταν αφήνεις ελεύθερο τον κόσμο να κάνει ότι θέλει , κατά την κρίση του, σήμερα ετούτο και αύριο το άλλο, την μια μέρα να θεμελιώνει και να χτίζει, την άλλη να παίρνει τ’ αξίνι και ν’ αρχίζει το γκρέμισμα.»

Όμως ο Περικλής δεν τον άκουσε, λέει η Διονυσία, μάζεψε τους λοτόμους και τους μίλησε για την μεγάλη αποστολή της Αθήνας , για της Ακρόπολης τα έργα και γα τον Παρθενώνα, τους εξήγησε πως με κανένα τρόπο δεν έπρεπε να καθυστερήσει ή να μείνει στην μέση αυτή η δουλειά . Από την εποχή του Πεισίστρατου , είπε ο Περικλής, οι φωτισμένοι άνθρωποι της Αθήνας κατάλαβαν ότι η πόλη της Παλλάδας δεν πορευότανε μονάχη της στην Ιστορία, αλλά τραβούσε πίσω της ολάκερη Ελλάδα, είχαν μαντέψει σωστά οτι οι καιροί άλλαζαν, ψυχανεμίζονταν ότι αργά ή γρήγορα θα πλάκωναν βάρβαροι από την Ασία. Γι’ αυτό κι έστρωσαν στη δουλειά εκατοντάδες γραμματικούς και γραφιάδες, τους έβαλάν να καταγράψουν του Ομήρου τα έπη, χιλιάδες στίχους από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια.

Ποός ξέρει , θα ‘παν, τι λογής χρόνους θα ΄ρθουν, πως θα εξελιχθούν τα πράγματα σ’ αυτά τα χώματα , αν δεν βρεθεί η Ελλάδα εξανδραποδισμένη, σκλάβα, μέσα στης δουλείας τα σκοτάδια…Καλού κακού ας πάρουμε τα μέτρα μας. Καλή και άγια η μνήμη του ανθρώπου , αλλά ας μην της έχουμε και μεγάλη εμπιστοσύνη. Ποιός ξέρει τι μπορεί να συμβεί αργότερα…Να λοιπόν γιατί , είπε ο Περικλής στους λατόμους και τους εργάτες που ‘χαν μαζευτεί, πρέπει να τελειώσουμε γρήγορα την Ακρόπολη και τα έργα .Για να αφήσουμε κι άλλα, όσα γίνεται περισσότερα αχνάρια από την ύπαρξη μας , από τις προσπάθειές μας και τους αγώνες μας ,από τα οράματά μας. Κάτι με τα γραφτά μας, κάτι με όλα τούτα τα έργα, δεν θα πάει χαμένο το πέρασμά μας από τον κόσμο.

Ο Ανέστης σαλεύει το κεφάλι του:

-Λες να μείνει τίποτα, Διονυσία, από το δικό μας πέρασμα;

-Ναι, το κάναμε, Ανέστη.

-Πως είσαι τόσο βέβαιη;

Με μια αργή χειρονομία η Διονυσία δείχνει την πλαγιά της Πεντέλης που ‘ναι βυθισμένη στο σκοτάδι:

-Μα δεν ακούς γύρω μας τη σιωπή; Δε βλέπεις που ‘μαστε ολομόναχοι μέσα σ’ αυτή την ερημιά; “

Υ.Γ. από το βιβλίο του Άρη Φακίνου «Κλεμμένη ζωή»

από τις εκδόσεις Καστανιώτη

 

Πόσο δικοί μας είναι οι ξένοι και πόσο ξένοι οι δικοί μας;

Posted on

Πόσο δικοί μας είναι οι ξένοι και πόσο ξένοι οι δικοί μας; Γράμματα προς 13+1 παραλήπτες, προσωποποίηση κάποτε της παιδικής αθωότητας, του μεγάλου έρωτα, της επανάστασης που δεν έγινε, της μύησης στη γνώση, της παράδοσης στη λαγνεία, της αυτοκαταστροφής, της φιλίας… Επιστολές μιας γυναίκας στους πιο σημαντικούς άντρες στη ζωή της, που ακόμη κι αν έγιναν με τον καιρό ξένοι, παραμένουν με έναν τρόπο οι πιο δικοί της άνθρωποι.
από το οπισθόφυλο του πρώτου βιβλίου της Γιούλας Ράπτη “Εκ των υστέρων” [Γράμματα σ΄έναν ξένο], κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.