κείμενα

τον Καιρό που γεννήθηκε ο Άρης….

Posted on Updated on

από το βιβλίο του Μπάμπη Κλάρα «Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΜΟΥ Ο ΑΡΗΣ»

Το πανηγύρι

Η ΓΕΝΝΗΣΗ του ήταν κανονική, όπως όλες οι φυσιολογικές γεννήσεις. Αλλά να που και σ’αυτήν, κατά πως λέει η παροιμία,θέλοντας ο βλάχος και μη θέλοντας ο Χριστός, του φόρεσε και αυτουνού τσαρούχια, θέλησε κι ο κόσμος της μικρής πόλης, να δει στη γέννησή του κάποια ιδιαίτερα σημάδια κι ας μην μπορούσε καλά- καλά να τα ξεδιαλύνει. Έτυχε, βλέπεις, και βγήκε από την κοιλιά της μάνας του την μέρα που άνοιγε το μεγάλο παζάρι της Λαμίας, 27 Αυγούστου, με το παλιό ημερολόγιο, και που κρατούσε ως τις 14 Σεπτεμβρίου, σαν μεγάλη εμποροπανήγυρη, που ήταν για όλη τη Φθιώτιδα, και πέρα ακόμη απ’ αυτή.

Εκεί να δεις πραμάτειες και τι πραμάτειες. Κι εκεί να δεις κόσμο και ντουνιά και τι ντουνιά. Υπεραγορά αληθινή και πιο μεγάλη απ’ τη σημερινή. Μ’ όλα τα καλούδια του καιρού και του τόπου. Όλα στη φτήνεια, σαν τις συγκαιρινές μας, πες, εκπτώσεις. Να μη χορταίνει το μάτι. Κι όλο να λύνεται το κομπόδεμα. Και δωσ’του να παίρνει και να δίνει το μικρό και το μεγάλο αλισβερίσι. Ήταν και το μεγάλογεγονός της χρονιάς για την επαρχία. Να κουβαλούν όλοι απο τα τριγύρω χωριά τα ζωντανά και τις σοδείες, πο ‘χαν γαι ξεπούλημα. Να ψωνίζουν οι χωριατοπούλες κάνα γιορτινό παπούτσι και κάνα ξόμπλι για τις μεγάλες μέρες του αρραβώνα και του γάμου-καλή του ώρα και να μην αργεί να ‘ρθει. Να κατηφορίζουν και οι νοικοκυροπούλες απ’ την πάνω την πλατεία της Ελευθερίας ως το Σταροπάζαρο, που το λένε πάρκο τώρα, να χαρούν και να χαζέψουν. Λεφούσι και οι παρακατιανοί απ’ την πλατεία Λαού και τις πέρα γειτονιές, να κάνουν το κουμάντο τους για το χειμώνα, λαοσύναξη γενική, πρωινή και απογευματινή ως αργά το βράδυ, με τις λάμπες της ασετιλίνης, που προμήθευε το εργοστάσιο του Γοργοποτάμου.

    Αλλά δεν ήταν μόνο εμπορική συναλλαγή. Ήτανε και πανηγύρι, αληθινή διασκέδαση, για μικρούς και για μεγάλους. Η αρχή γινότανε από την είσοδο, με τα ζαχαρωτά και τ’ άλλα εδέσματα, που είχανε από δω και από κει απλωμένα και που τα διαλαλούσανε με τις τραγουδιστές φωνές τους οι επιχώριοι παρασκευαστές και μεταπράττες. Από τη μια μεριά ο ξακουστός Φαρσαλινός σαπουν-χαλβάς να ευωδιάζει από το γίδινο βούτυρο και την ξηροψημένη κρούστα. Απ’ την άλλη, τ’ αρμυρά και αφράτα στραγάλια. Αχνιστά κι ανακατεμένα με σταφίδες ροζακιές ν’ ανοίγουν την όρεξη. Να παίρνουν τα χωνάκια τους και τα παιδόπουλα, αγόρια και κορίτσια, να βρίσκουν και την ευκαιρία, κρυφά- κρυφά, αθέατα, να τα σφεντονίζουν μεταξύ τους και ν’ ανοίγουν έτσι το μυστικό τους διάλογο.

Ύστερα ήτανε οι βόλτες στα στενά δρομάκια που χώριζαν τους πάγκους με τις πραμάτειες. Με την ποκιλία και την πολυχρωμία τους προσφέρανε ένα εξαίσιο θέαμα, που χαίρονταν όλοι να το απολαμβάνουν. Τι θαυμάσιες, ήτανε εκείνες οι πλουμιστές μπατανιές, οι υφασμένες στον παλιό ξύλινο αργαλειό, οι φλοκότες βελέντζες οι χτυπημένες στη νεροτριβή, τα κιλίμια με τα λουλουδάτα σχέδια. Κατασκευάσματα όλα της οικοτεχνίας, που άνθιζε εκείνον τον καιρό στην κλειστή αγροτική οικονομία. Χωρίς βέβαια, να λείπουν και τα είδη της αστικής βιοτεχνίας που λαχταρούσαν νοι κυράδες κι οι κοπέλες των χωριών κι αγοράζανε οι αρχοντοπούλες θαρώντας πως ανέβαιναν έτσι ένα σκαλί παραπάνω, νοθεύοντας μ’ αυτά τις πλουμιστές χωριατικες φορεσιές.

Όξω πάλι, απο την εμπορική αγορά, στον περίγυρό της, ήτανε το αλογοπάζαρο. Με τ’ αλόγατα και τα πουλάρια που ήταν για πούλημα. Με τα γαιδουράκια που ξεπουλούσαν οι γύφτοι. Με τα μουλάρια για τα βαριά φορτώματα και με τα καματερά τα βόδια. Να τα περιεργάζονται οι τσαμπάσηδες, να τα ορέγονται κι οι αλογοσύρτες, να τα χαίρονται και τ’ αντράκια για καβάλα, ψαριά, ντοριά, αράπικα και κανελιά, ξεσαμάρωτα και σαμαρωμένα. Ακόμη και σελωμένα-μεγάλη αυτή η πολυτέλεια-να τριποδίζουν και να καλπάζουν, φτερό απάνω τους κι ο καβαλάρης.

Που να τα γευτούν τέτοια πράματα τα παιδόπουλ, που να τ’ άφηναν οι μεγάλοι. Προτιμούσαν κι αυτά, αναγκαστικά, τον εσωτερικό περίγυρο του παζαριού, που ήταν στα μέτρα τους. Κι εδώ που τα λέμε, ήταν και πιο γουστόζικος με τα πράματα και τα θάματα που παρουσίαζε. Εκεί να δεις μύλους και ροκάνες και καραμούζες. Ακόμα και πίπιζες και φλογέρες, κύκλους και σκοποβολή, κι άλλα τυχερά παιχνίδια, σαν και αυτά που γεμίζουν τα σημερινά λούνα-παρκ. Αλλά και δυο παραπάνω θάματα πο τα ‘χουν σήμερα παραμερίσει.

Το ένα ήταν οι απίστευτές ταχυδακτυλουργίες, που κάνανε οι ταχυδακτυλουργοι. Σπαθιά ολόκληρα να καταπίνουν. Να τους τυλίγουν τα φίδια και αυτοί να κουβεντιάζουν μαζί τους. Να μιλεί πιο κει και η ασώματος κεφαλή

Το άλλο ήταν ο Καραγκιόζης. Άρχιζε το βραδάκι να φωτίζει το πανί του και οι φιγούρες του  ξεκινούσαν με τραγούδι και χορό. Από κοντά τα πρόσωπα ν’ ανιστορούν τα ελληνοτουρκικά τους μπλεξίματα, έξω από το σαράι του Πασά και την καλύβα του Καραγκιόζη. Να ξυλοφορτώνει ο Δερβέναγας τον Καραγκιόζη, να παρεμβαίνει ο Μπαρμπα-Γιώργος και να τρέπει τον Βεληγκέκα σε φυγή με τη γκλίτσα του. Να βαράει και ο Καραγκιόζης τον Χατζηαβάτη:-Τι με βαράς βρε, το καλό σου εγώ θ’ελω, να παραπονιέται εκείνος. Παλικαράς να προβαίνει ο Σταύρακας. Κι ο σιορ Διονύσης, ο Νιόνιος, να κρούει την κιθάρα τουκαι να τραγουδάει την αγάπη του στην άπιστη καλή του. Να ξεφυτρώνει στο τέλος κι ο Μέγας-Αλέξανδρος  καβάλα στο φαρί του και με υψωμένο το ακόντιο να τραντάζει κόσμο και κοσμάκη με τη δυνατή φωνή του.

– Έξελθε κατηραμένε όφι δια να μη σε εξέλθω…-σίγουρος πια κι ο κοσμάκης πως στον Τουρκαλά Αφέντη τα λέει και πως ο καταραμένος όφις δε θ’ αργήσει κουλουριασμένος να σπαράξει, χτυπημένος απ’ του Μεγα-Αλέξανδρου το δόρυ. Αλλά που να τα ξέρεις όλα αυτά εσύ αγαπητέ μου αναγνώστη. Γίνονται σήμερα τέτοια πράματα και θάματα; Τι να τα πολυλογούμε κι εμείς.

Κακογλωσσιές και συχαρίκια

ΣΑΝ να μην έφθαναν όλ’ αυτά, ήρθε από πάνω τη μέρα εκείνη του Τρυγητή και το μεγάλο νέο:

-Τα μάθατε; Η Κλάραινα γέννησε!

-Και τι έκανε;

-Αγόρι!

-Αγόρι!…

Τα θαυμαστικά δεν έιναι δικά μας.  Επιφωνήματα είναι του κόσμου.Ε, δεν ήταν και μικρό πράμα για μια μικρή πολιτεία. Αν το Παζάρι ήταν το μεγάλο γεγονός της χρονιάς, ήταν κι αυτό, το γεγονός της ημέρας. Βούιξε ο τόπος.

Πόσος άλλωστε ήταν αυτός ο τόπος. Όμορφη ήτανε, φυσικά, από τότε η Λαμία, το παλιό Ζητούνι. Με το Κάστρο της από τη μια μεριά και τα βενετσιάνικα τειχιά του, όπου είχαν τότε τις φωλιές τους τα μικρά κοράκια, τα καργάκια. Μαθαίνανε  και να μιλούνε ακόμα, κατά πως  μολογάνε οι παλιότεροι. Στολισμένα, όταν πιάνονταν, με λειριά από κόκκινη τσόχα, κοροιδεύανε με την καργίσια τους λαλιά ερείπια και ξεπεσμένα μεγαλεία. Ν’ αγναντεύει ο κόσμος απ’ το Κάστρο τον ανοιχτό ορίζοντα κατά τον Μαλιακό κόλπο, τη γαλάζια θάλασσα,την πάντα ερωτιάρα και απάντα αγαπημένη, με το επίνειό της τη Στυλίδα και την Αγιά Μαρίνα της στη μέση. Με τον Αη-Λουκά απ’ την άλλη μεριά, μικρό και θαυμαστό οροπέδιο, ν’ απλώνει τη ματιά του στην εύφορη κοιλάδα του Σπερχειού, λουσμένη με τα νερά του, με πλουμιστές τις φορεσιές της κατά τη μόδα των καιρών. Με την ανοιξιάτικη πράσινη ελπίδα, με τη χρυσαφένια περιβολή των καρπών της γης το καλοκαίρι, χρώματα θαμπά φθινοπωρινής ομίχλης και μελαγχολικής ανίας κατόπι, ωσπού να περιβληθεί αργότερα το χειμωνιάτικο λευκό χιτώνα της ευγονίας. Καμαρωτοί ν’ αγρυπνούν αντίκρι της, ο γραφικός Καλλίδρομος και η μπουρινιασμένη Οίτη με την τέφρα του Ηρακλή και πιο βαθιά πιο πέρα το Βελούχι με την δίκορφη περηφάνεια του.

  Ανάμεσα στο Κάστρο και στον Αη-Λουκά, στην πόλη κάτω, ισοδρομούσε ο μεγάλος δρόμος προς τα Πηγαδούλια. Έφτανε ως απάνω στην Ταράτσα με την Αγία της Παρασκευή , που σταμάτησε εκεί τους τούρκους το 1897. Έμεινε ακόμα γυρισμένη η παλάμη του χεριού της  στη στάση του σταματημού τους, για να βάζουν τα παιδιά επάνω τις δεκάρες τους και να μαθαίνουν αν θα γίνει η όχι η παιδική τους πεθυμιά. Αν έμενε η δεκάρα κολλημένη στην εικόνα, η πεθυμιά τους θα γινόταν. Αν έπεφτε, δεν θα γινόταν. Πέρα από την αγία Παρασκευή ξάνοιγε ο δρόμος με στροφές κατά το Δομοκό και τη Θεσσαλία. Από κει ξεκινήσανε οι κατοπινές ελευθερώσεις του 1912-1913, κι ακόμα παρακάτω, του 1914 με 1920.

Ήταν ένας μοναδικός δρόμος αυτός. Ξεκινούσε από την επάνω πλατεία της Ελευθερίας όπου είχε την πρωτοκαθεδρία της η αριστοκρατία, αλλά στη στράτα του ένωνε μαζί της και τον κοσμάκη από τις παρακατιανές πλατείες του Λαού και της Σιταγοράς σε ωραίους βραδινούς περιπάτους, ανάμεσα σε μια θαυμάσια δεντροστοιχία απο λεύκες και δροσοπηγές.  Πέρναγε από τον δεντρόφυτο λοφίσκο του αγίου Μιχαήλ και Γαβριήλ, από σειρά εξοχικά κέντρα με πράσινη μπροστά τους απλοχωριά, χώριζε στα δυο τα Γαλανέικα, ενωνόταν με τον περιφερειακό δρόμο και περνώντας ανάμεσα από δεντροφυτεμένους λοφίσκους στο Ισαδάκι, έφτανε ως τον Αη-Λουκά για ναγυρίσει πάλι στο κέντρο της πολιτείας.

Στο γυρισμό, κατά το έθιμο και τη συνήθεια, κάθε τάξη έπιανε και την πλατεία της, της Ελευθερίας η αριστικρατία, του Λαού ο λαουτζίκος, της Σιταγοράς, οι άνθρωποι της συναλλαγής. Στημένα τους περίμεναν τα τραπεζάκια στα ωραία ζαχαροπλαστεία με το Λαμιώτικο παντεσπάνι, τους μπεζέδες της και τα παστίτσια. Όλο γεύση, ευωδία και νοστιμιά, τα καφενεία με τα περιποιημένα ουζάκια, ελιά και χταποδάκι, χωρίς να λείπει σ’ αυτά και ο ναργιλές για τους παλιούς μερακλήδες. Αγόρια και κορίτσια φέρνανε βόλτες στην απάνω πλατεία αλλάζοντας κρυφές ματιές κι ακούγοντας την Φιλαρμονική του δήμου που έπαιζε στην εξέδρα τις ωραίες οπερέτες του έρωτα και του γλεντιού. Με τις μανάδες και τους πατεράδες να καμαρώνουν από τα τραπεζάκια τους. Με στηλωμένα, για καλό και γαι κακό πάνω τους τα μάτια, να λένε όμως και τα δικά τους για τη ζωή και την πολιτική, ώσπου να ‘ρθει η ώρα του βραδινού φαγητού για ν’ αδειάσει και η πλατεία.

Αλλού φωναχτή κι αλλού σιγανή, η βραδινή κουβεντίτσα, που ερχόταν σαν ξεκούραση και βάλσαμο από τον κάματο της μέρα, δεν έλειπε κι από τις άλλες πλατείες.Παρέες-παρέες και παρείτσες, μ’ όλα τα παλιά του καιρού κι όλα τα νέα της μέρας, με κρίσεις κι επικρίσεις, με κομπασμούς και χάχανα, με ανεκδοτάκια και καλμπουράκια. Και φυσικά, με το απαραίτητο, σαν το αλατοπίπερο, κουσκουσουριό, καλόβουλο κατά συνήθεια, κάποτε και μοχθηρό. Αυτό δα, αν ήτανε κι αν δεν ήτανε το καθημερινό ψωμοτύρι του κόσμου όλου και του κοσμάκη. Γιατί όπως βλέπεις, όμορφη ήτανε η μικρή μας πόλη αλλά μικρός ο τόπος, μικρός και ο κόσμος. Κι όπως συμβαίνει σ’ όλες τις μικρές πολιτείες, έπαιρνε και έδινε το κουτσομπολιό και σ’αυτήν. Για τα πιο επίκαιρα, βέβαια, θέματα. Και τι άλλο, τη μέρα εκείνη, πιο επίκαιρο, απο το Αυγουστιάτικο παζάρι και τα Κλαρέικα γεννητούρια.

Για τη χρησιμότητα και τη χαρά του παζαριού, ήταν όλοι σύμφωνοι. Για τα γεννητούρια όμως, τα σχόλια διχάζονταν. Κι όπως ήταν επόμενο, βούιξε ο τόπος.

– Παζαριώτης βγήκε ο γιός του Κλάρα, παζαριώτης…

Έτσι, με τον συσχετισμό των δύο γεγονότων, του παζριού και της γέννας, από στόμα σε στόμα, λες και συνεννοήθηκε με μιας όλος ο κόσμος, του κόλλησε και μονομίας, πριν ακόμη βαφτιστεί το παιδί, το πρώτο του παρανόμι. Καλοάρεσε και στον λαουτζίκο η προσωνυμία, μ’ αγαθή καρδιά και καλή θέληση.

-Να σου ζήσει, κυρ-Μήτσο, και ναμας ζήσει, δικός μας είναι αυτός.Σαν να χαίρονταν αληθινά γι’ αυτό, μικροέμποροι και μικροβιοτέχνες, εργατικοί της πόλης και του χωραφιού, λέγανε τα συχαρίκια τους και σφίγγανε το χέρι που χαρούμενα τους άπλωνε κι ο πατέρας.

Υ.Γ. ευχαριστώ τον φίλο και πατριώτη μου δημοσιογράφο Δημήτρη Κρικέλα που μου παραχώρησε το παραπάνω  απόσπασμα  απο το δυσεύρετο βιβλίο του Μπάμπη Κλάρα για τον Άρη Βελουχιώτη » Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΜΟΥ Ο ΑΡΗΣ» Εκδόσεις ΔΩΡΙΚΟΣ .

Με την ευχή μου να πραγματοποιήσει το όνειρο του…

Υ.Γ. 2 οι φωτογραφίες της παλιάς Λαμίας είναι απο την ιστοσελίδα του 3ο Γενικού Λυκείου Λαμίας (Μουστάκειο) ΕΔΩ

Την φωτιά την συντηρούν οι ανυπόταχτοι οι ανικανοποίητοι…

Posted on

heath rd.

…Την φωτιά της δημιουργίας δεν την συντηρούν οι φυλακισμένοι φύλακες της κληρονομιάς των νεκρών, ούτε οι λογικοί και πρακτικοί που περπατούν πάντα στα σίγουρα και αποφεύγουν να κάνουν ένα βήμα εκεί που το έδαφος κουνιέται κάτω από τα πόδια τους, ούτε οι ήρεμοι επιστήμονες οι φορτωμένοι σοφία μα χωρίς μακρινά οράματα και καμιά ανησυχία στην ψυχή, ούτε οι μικροί φιλόδοξοι που έταξαν ως σκοπό της ζωής τους, τους επαίνους των πρεσβυτέρων, την κοινωνική υπόληψη και ένα τιμητικό αξίωμα. Την φωτιά την συντηρούν οι ανυπόταχτοι οι ανικανοποίητοι, οι τυχοδιώκτες της ψυχής και του πνεύματος. Οι άνθρωποι που τους σέρνει το πλεόνασμα των δυνάμεων τους πιο μακριά από τους ορίζοντες και πιο ψηλά από το επίπεδο του πλήθους …….

Tα Πύρινα λόγια του Γιώργου Θεοτοκά από το «Ελεύθερο Πνεύμα»(από τα 1929)

«Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι» Μάνος Χατζιδάκις

Posted on Updated on

Το κείμενο αυτό είχε δημοσιευτεί τον Φεβρουάριο του 1993, λίγους μήνες πριν τον θάνατό του, στο πρόγραμμα αντιναζιστικής συναυλίας που είχε δώσει η Ορχήστρα των Χρωμάτων με έργα Βάιλ, Λίστ και Μπάρτον. Το ίδιο κείμενο παράλληλα είχε δημοσιευτεί και στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία.

Επιστολή του Μ. Γλέζου για την επίσκεψη της Α. Μέρκελ

Posted on

Ενόψει της επίσκεψης της Καγκελαρίου της Γερμανίας στην Ελλάδα θεωρούμε χρέος μας να … υπενθυμίσουμε τόσο σε εκείνη όσο και στον Έλληνα πρωθυπουργό ότι:

1. Η μεγάλη και ισχυρή Γερμανία δεν έχει το δικαίωμα να αυτοεξαιρείται από τις υποχρεώσεις της, στερώντας από την Ελλάδα όσα βάσει του Διεθνούς Δικαίου δικαιούται, ενώ και η Ελλάδα δεν επιτρέπεται να απεμπολεί τα δικαιώματά της.

2. Οι παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου και των πανανθρώπινων αρχών της τιμής και της ηθικής εγκυμονούν τον κίνδυνο επανάληψης φαινομένων που αιματοκύλησαν την Ευρώπη. Η αναγνώριση των ναζιστικών εγκλημάτων αποτελεί στοιχειώδη εγγύηση ότι δεν θα επαναληφθούν στο μέλλον παρόμοια ανοσιουργήματα.

Ο λαός μας δεν έχει ξεχάσει και δεν πρέπει να ξεχάσει. Σήμερα δεν επιζητεί εκδίκηση, αλλά δικαίωση. Ευχόμαστε και οι Γερμανοί να μην έχουν ξεχάσει. Γιατί λαοί που αρνούνται την ιστορική τους μνήμη είναι καταδικασμένοι να υποπέσουν στα ίδια λάθη. Και σε αυτόν ακριβώς τον ολισθηρό δρόμο φαίνεται να οδηγεί η Άγκελα Μέρκελ τη χώρα της και μάλιστα το πιο ευαίσθητο κομμάτι του λαού, τη νεολαία, αφού, σε ομιλία της προς τους νέους του κόμματός της δεν δίστασε να πει ότι «η βοήθεια προς την Ελλάδα πρέπει να συνδέεται με τις υποχρεώσεις της Ελλάδας». Και οι υποχρεώσεις της Γερμανίας;
Θα περιμέναμε η Καγκελάριος να επιδείξει συμπεριφορά ανάλογη αυτής των Συμμάχων προς τη Γερμανία, όταν, το 1953, με το χρεοστάσιο και την οικονομική βοήθεια που προσέφεραν, συντέλεσαν στην ανάπτυξη και την ανοικοδόμηση της Γερμανίας. Από αυτή την προσπάθεια δεν έλειψε, τότε, η καθημαγμένη Ελλάδα.

Εμείς δεν έχουμε την πρόθεση να καλέσουμε σε γεύμα την Καγκελάριο. Την προσκαλούμε όμως να επισκεφθούμε μαζί το Σκοπευτήριο της Καισαριανής, για να δει ότι ακόμα και σήμερα, 67 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, το χορτάρι δεν φυτρώνει εκεί όπου χύθηκε τόσο αίμα. Η γη δεν λησμονεί. Δεν δικαιούνται, λοιπόν, να λησμονούν και οι άνθρωποι.

Είναι ώρα να ενώσουμε τη φωνή μας με τη φωνή του προέδρου του γερμανικού Κόμματος της Αριστεράς (Die Linke) Β. Rixingker, που καλεί την Άγκελα Μέρκελ, ερχόμενη στην Ελλάδα, να ακούσει και τη φωνή της αντίστασης στις ωμές περικοπές που απειλούν να εντείνουν την πόλωση στη χώρα και προειδοποιεί ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να έρθει αντιμέτωπη με μια ανθρωπιστική καταστροφή.

Την πόλωση στη χώρα την πληρώνουμε ήδη με την εμφάνιση της Χρυσής Αυγής. Θα μείνουμε με σταυρωμένα τα χέρια, περιμένοντας να δούμε και τις επιπτώσεις της ανθρωπιστικής καταστροφής; Τότε θα είναι πολύ αργά όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για ολόκληρη την Ευρώπη».

Το τέλος του παράπονου

Posted on Updated on

Ή

Ο πόνος είναι αναπόφευκτος· η δυστυχία, όμως, είναι επιλογή

– που θαλεγε κι ο Χαρούκι Μουρακάμι.

Στον πόλεμο του ΄12, μαθαίνουμε νέα πράγματα και ξεμαθαίνουμε άλλα. Εύκολο; Καθόλου.

Στο τηλέφωνο είναι μιά φίλη· στη φωνή είναι φανερά τα αποτυπώματα μιας δύκολης νυχτερινής βάρδιας με «έκτακτα περιστατικά». Είσαι εξοντωμένη, της λέω, άντε να ξεκουραστείς. Η φωνή χαμηλώνει κι άλλο. «Ντρέπομαι να παραπονεθώ …άλλοι δεν έχουν δουλειά».

Στο Ινμποξ, ένας φίλος με ρωτάει κάτι για κάποια αντικαταθλιπτικά χάπια. Δεν κάνω τον γιατρό και του λέω τρυφερά να μην κάνει κι αυτός του κεφαλιού του. Πνιγμένος στα δάνεια, στις λάθος επιλογές, την αυτολύπηση. «Ντρέπομαι» λέει στο τέλος. «Είναι πολυτέλεια σήμερα να θες να πας στον ψυχαναλυτή…»

Κατεβαίνω στην είσοδο της πολυκατοικίας μου· άλλος ένας καβγάς για τα λεφτά που δεν μαζεύονται να αλλαχτεί ο καυστήρας για το καλοριφέρ. Κατεβαίνω ντυμένη σαν εσκιμώος και μέσα στο παράπονο ότι έχω ξεπαγιάσει. Φρενάρω όταν ο μετανάστης του ισογείου, που χρωστάει τα περισσότερα, έχει το μικρό παιδί του στο νοσοκομείο. Δεν λέω κουβέντα, παίρνω το σκυλί και πάμε τρέχοντας στο πάρκο, για να ζεσταθούμε. Στα παγκάκια, με την πρωϊνή πάχνη πάνω στις κουβέρτες, κάποιοι κοιμούνται ακόμη. Ντρέπομαι, λέω στην Κίκα…

Σταματάω για καφέ, σε μια φίλη· με το ζόρι μού λέει ότι μόλις χώρισε, προσπαθεί να πενθήσει τον χαμένο έρωτα, αλλά .. «ντρέπομαι, ρε συ, εδώ δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο πια».

Ας μη συνεχίσω. Σήμερα λήγει η σύμβαση μου με την ΕΡΤ και ξαναδηλώνω, κατα πάσα πιθανότητα «άνεργη». Φοβάμαι, αλλά ναι, το συναίσθημα που κυριαρχεί είναι ότι ντρέπομαι να παραπονεθώ, να νιώσω αδικία, να πω τον ‘πόνο’ μου.

Ναι,  η εποχή μάς δείχνει καθημερινά ότι για τον Πόνο υπάρχει άπλετος χώρος, για το Παράπονο όμως δεν υπάρχει πια ούτε μια μικρή γωνίτσα. Διανύσαμε σε χρόνο ρεκόρ την απόσταση από ένα Πριν, που δεν υπήρχε τσίπα, σε ένα Τώρα, που δεν έχουμε πού να βάλουμε τη ντροπή.

Ισως να κάνω και λάθος. Κάποτε, κάποιοι, όταν θα αφηγούνται «…που λές, στον πόλεμο του ’12, παιδί μου…» μπορεί και να έχουν καταλάβει καλύτερα τι πόλεμος γινόταν όχι μόνο εξω αλλά και μεσα στην ψυχή μας.

Γιούλα Ράπτη

αφιερωμένο στην Γιούλα

 

 

Ποίοι μας κυβερνάνε στην Ενωμένη Ευρώπη…

Posted on

ο μοναχός ο άνθρωπος είναι δέντρο...Τη μέρα που υπογράφονταν στο Ζάππειο η ένταξή μας μου πήραν μια συνέντευξη τα μέσα ενημερώσεως, τα ευρωπαϊκά.
Όμως δεν βρήκανε τις απαντήσεις μου ευχάριστες και διασκεδαστικές για το κοινό τους που βλέπει τηλεόραση το βράδυ, στις εννιά, και φυσικά δεν μεταδώσαν την συνέντευξή μου. Εκεί, όπως θα διαπιστώσατε, «σέβονται» το κοινό. Αφού τ’ αποβλακώσαν πρώτα, τώρα εννοούν να το υπηρετούν πιστά και να το διασκεδάζουν). […]
Ερώτηση (από τον συνεργάτη του Ραδιοφωνικού σταθμού του Λουξεμβούργου):
Τι κατά την γνώμη σας θα βρείτε στην Ευρώπη όταν στο μέλλον ενωθεί;
Επιτρέψτε μου νάμαι προσωπικός σ’ αυτή μου την απάντηση, τους είπα. Και πρώτ’ απ’ όλα, το ‘τρομαχτικό, σε υπερμεγέθη παρουσία με εκπροσώπους τον ‘Ειτς Πι Λόβκραφτ, τον Έντγκαρ Άλλαν Πόε και τον Κάρολο Μπωντλαίρ. Μετά, μια ευρωπαϊκή ταυτότητα για απογευματινούς περιπάτους, ιδίως τις Κυριακές, πότε στο Κιρινάλε, ή στην Πλατεία Βαντόμ και πότε στη Σεβίλλη. Τέλος. Ένα ευρωπαϊκό κοιμητήριο για μια εφησυχασμένη δημοκρατική μας αποχώρηση σαν έρθει η ώρα μας που λένε. […]
Αυτός απ’ τη Γερμανική τηλεόραση μου λέει ξαφνικά:
Νιώθετε Έλληνας, για Ευρωπαίος;
Τι ερώτημα, σκέφτομαι.
Και βέβαια του απαντώ Έλληνας, αν αυτό σημαίνει Ευρωπαίος. Κι Ευρωπαίος, αν αυτό συμπεριλαμβάνει την Ελληνικότητά μου.
Σας ενδιαφέρει η ελληνική σας ιθαγένεια; Μου κάνει αυτός από το Λουξεμβούργο.
Του απαντώ: Αν με εξουθενώσετε, όχι. Ή τουλάχιστον θα μ’ ενδιαφέρει όσο ενδιαφέρει ένα φυλακισμένο στο Άουσβιτς, αν είναι απόγονος του Μεγαλέξαντρου ή του μεγάλου Τσέγκις Χαν. Αν πάλι μείνω ελεύθερος, η ελληνική μου ιθαγένεια θάναι μια πραγματικότητα που δεν θάμαι σε θέση να την αρνηθώ, έτσι καθώς θάναι συνυφασμένη με τη γλώσσα και με την προσωπική μου ιστορία. Το μόνο που μπορώ να ελπίζω είναι να γίνει μια αλήθεια και για σας.
Ερώτηση: Ποιοι θα μας κυβερνήσουνε μελλοντικά, στην Ενωμένη Ευρώπη;
Κι απάντησα: Ελπίζω για τους επερχόμενους, μια δημογεροντία του πνεύματος κι όχι η άγια κι αποστολική οικογένεια του πρίγκηπος Φρανκενστάιν. […] (15/8/1979)
ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ, «ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ», Εκδόσεις Εξάντας

η σιωπή του Δημάρχου Καμίνη ….

Posted on


Προς Δήμαρχο Αθηναίων

Προς τον κ. Καμίνη

Κατόπιν κυβερνητικής εντολής δηλώσατε ότι θα αδειάσετε την πλατεία Συντάγματος, αναλαμβάνοντας έτσι να εκτελέσετε μια αντισυνταγματική πράξη, αφού το Σύνταγμα στο άρθρο 11 προστατεύει ρητά το δικαίωμα του συνέρχεσθαι των πολιτών.
Σας θυμίζουμε ότι οι δημόσιοι χώροι του δήμου ανήκουν στους δημότες,
Επί 45 μέρες οι πολίτες της Αθήνας, της οποίας εσείς είσαστε δήμαρχος, συγκεντρώνονται και διαδηλώνουν ειρηνικά στους δημόσιους χώρους και τις πλατείες.
Αγωνιζόμαστε για δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια, και αρνούμαστε υπακοή σε αντισυνταγματικούς και άδικους νόμους και μνημόνια, που καταστρέφουν τις ζωές μας.
Αλλά εσείς επί 45 μέρες μας αγνοείτε επιδεικτικά. Αντί να συμπαραταχτείτε μαζί μας στο κίνημα της πλατείας Συντάγματος, σπεύδετε να συμμορφωθείτε στις εντολές της κυβέρνησης εναντίον μας.
Επί 45 μέρες οι λαϊκές συνελεύσεις του Συντάγματος, εφαρμόζοντας την δημοκρατία στην πράξη, έχουν προκαλέσει το παγκόσμιο ενδιαφέρουν, αλλά και το ενδιαφέρον των τουριστών.
Και όμως εσείς ισχυρίζεστε εν γνώση σας ψευδώς ότι για τις τουριστικές ακυρώσεις και τον μαρασμό του εμπορικού κέντρου της Αθήνας φταινε οι «αγανακτισμένοι»!
Αλλά γνωρίζετε πολύ καλά ότι οι εκατοντάδες χιλιάδες που πέρασαν, περνούν ή παραμένουν στην πλατεία Συντάγματος, Έλληνες και ξένοι, όχι μόνο δεν μειώνουν αλλά ενισχύουν τον τουρισμό και την εμπορική κίνηση.
Δεν είπατε λέξη για τις συνέπειες στον τουρισμό από την κρατική τρομοκρατία στις 15, ούτε από το όργιο χημικών, προβοκατόρων και αστυνομικής βίας στις 28 και 29 Ιουνίου, όχι μόνο στην πλατεία Συντάγματος, αλλά και στο Παγκράτι, στο Στάδιο, στο Μοναστηράκι. στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου κ.α
Ούτε μιλήσατε για τις συνέπειες της κρατικής βίας και τρομοκρατίας στην εμπορική κίνηση της περιοχής του Συντάγματος και του κέντρου της Αθήνας.
Δεν είπατε τίποτα για την επίθεση των ορδών της ΔΙΑΣ σε καταστήματα της Ερμού κλπ. και την άσκηση βίας ακόμα και σε τουρίστες.
Δεν πήρατε θέση κατά της δολοφονικής βίας των δυνάμεων καταστολής κατά των δημοτών σας, και αρνηθήκατε ακόμη και να συζητήσετε γι’ αυτό στο δημοτικό συμβούλιο.
Δεν είπατε μια λέξη για τις καταστροφές που προκάλεσαν η καταστολή και τα ΜΑΤ της κυβέρνησης στο δημόσιο χώρο της πόλης και στην πλατεία Συντάγματος ειδικότερα.
Ούτε για τα χιλιάδες χημικά, που σκόρπισαν οι πραίτορες του κ. Παπουτσή εις βάρος της ασφάλειας και της υγείας των Αθηναίων.
Δεν κάνατε ούτε μια παρέμβαση για να εμποδίσετε την ανεξέλεγκτη αστυνομική βία με τους εκατοντάδες τραυματίες. Από τύχη και κυρίως από τη δική μας αλληλεγγύη δεν είχαμε νεκρούς.
Δεν είπατε τίποτε για το οργανωμένο από την αστυνομία σχέδιο προώθησης υ εξαρτημένων προς την πλατεία Συντάγματος. Αν κάποιοι άστεγοι ή εξαρτημένοι καταφεύγουν εκεί, είναι επειδή εκεί δεν τους καταδιώκει κανείς. Εάν η παρουσία τους προσβάλλει την αισθητική σας, σας θυμίζουμε ότι είναι τα θύματα της ανάλγητης κρατικής και δημοτικής πολιτικής, για την οποία και εσείς είστε συνυπεύθυνος.
Αντί λοιπόν να τους καταδιώκετε από δρόμο σε δρόμο και από πλατεία σε πλατεία, οφείλετε να σκύψετε και να αντιμετωπίσετε το πρόβλημά τους, να τους δώσετε ελπίδα, να τους βρείτε στέγη και περίθαλψη, ώστε να φύγουν ανακτώντας την χαμένη τους αξιοπρέπεια. Ας μην ξεχνάμε, ότι η πλειοψηφία όσων μένουν στις σκηνές στο Σύνταγμα απαρτίζεται από ανθρώπους, που παράτησαν τα σπίτια τους και τις προηγούμενες ζωές τους, για να υλοποιήσουν στην πράξη το σύνθημα της πλατείας, ότι “δεν φεύγουμε μέχρι να φύγουν αυτοί”. Τέτοιους αποφασισμένους ανθρώπους φοβάται και προσβάλλει το σημερινό καθεστώς.
κ. Καμίνη,
Όταν οι πολίτες βρίσκονταν σε κίνδυνο, εσείς λάμψατε δια της απουσίας σας.
Τις κρίσιμες μέρες και ώρες η Αθήνα δεν είχε δήμαρχο.
Αφήστε λοιπόν τα προσχήματα και ομολογήστε ότι έχετε εντολή να συνεργήσετε στην επιχείρηση διάλυσης των λαϊκών συνελεύσεων της πλατείας Συντάγματος.
Θα συμμορφωθείτε στις υποδείξεις μιας κυβέρνησης βίας και αδικίας, την οποία προθύμως μέχρι σήμερα υπηρετείτε, και θα στραφείτε φανερά πια κατά των δημοτών σας;
Αντί για δήμαρχος της Αθήνας και συνήγορος των δημοτών σας, θα καταντήσετε κατήγορος τους και συνένοχος στη βία εναντίον τους;

Εμείς πάντως δεν είμαστε απλώς οι «αγανακτισμένοι» που παρουσιάζουν τα ΜΜΕ, είμαστε ενεργοί πολίτες αποφασισμένοι να αγωνιστούμε με κάθε τρόπο που θα αποφασίσουμε όλοι μαζί, μέσα από τις λαϊκές μας συνελεύσεις, μέχρι να φύγουν όλοι όσοι μας έφεραν εδώ, κυβέρνηση, τρόικα, μνημόνια και μεσοπρόθεσμα, τράπεζες και οι εντεταλμένοι τους κ.λπ., μέχρι να πάρουμε πίσω τις ζωές μας, και να εγκαταστήσουμε πραγματική δημοκρατία με σχέσεις ισότητας, δικαιοσύνης για αξιοπρέπειας.
Η λαϊκή συνέλευση του Συντάγματος αφορά όλους τους πολίτες. Καλείστε και εσείς να έρθετε ατομικά και να εκθέσετε τις απόψεις σας, όπως όλοι.

Λαϊκή Συνέλευση Πλατείας Συντάγματος, 10 Ιουλίου 2011
real-democrasy.gr