ζωή

Το τέλος του παράπονου

Posted on Updated on

Ή

Ο πόνος είναι αναπόφευκτος· η δυστυχία, όμως, είναι επιλογή

– που θαλεγε κι ο Χαρούκι Μουρακάμι.

Στον πόλεμο του ΄12, μαθαίνουμε νέα πράγματα και ξεμαθαίνουμε άλλα. Εύκολο; Καθόλου.

Στο τηλέφωνο είναι μιά φίλη· στη φωνή είναι φανερά τα αποτυπώματα μιας δύκολης νυχτερινής βάρδιας με «έκτακτα περιστατικά». Είσαι εξοντωμένη, της λέω, άντε να ξεκουραστείς. Η φωνή χαμηλώνει κι άλλο. «Ντρέπομαι να παραπονεθώ …άλλοι δεν έχουν δουλειά».

Στο Ινμποξ, ένας φίλος με ρωτάει κάτι για κάποια αντικαταθλιπτικά χάπια. Δεν κάνω τον γιατρό και του λέω τρυφερά να μην κάνει κι αυτός του κεφαλιού του. Πνιγμένος στα δάνεια, στις λάθος επιλογές, την αυτολύπηση. «Ντρέπομαι» λέει στο τέλος. «Είναι πολυτέλεια σήμερα να θες να πας στον ψυχαναλυτή…»

Κατεβαίνω στην είσοδο της πολυκατοικίας μου· άλλος ένας καβγάς για τα λεφτά που δεν μαζεύονται να αλλαχτεί ο καυστήρας για το καλοριφέρ. Κατεβαίνω ντυμένη σαν εσκιμώος και μέσα στο παράπονο ότι έχω ξεπαγιάσει. Φρενάρω όταν ο μετανάστης του ισογείου, που χρωστάει τα περισσότερα, έχει το μικρό παιδί του στο νοσοκομείο. Δεν λέω κουβέντα, παίρνω το σκυλί και πάμε τρέχοντας στο πάρκο, για να ζεσταθούμε. Στα παγκάκια, με την πρωϊνή πάχνη πάνω στις κουβέρτες, κάποιοι κοιμούνται ακόμη. Ντρέπομαι, λέω στην Κίκα…

Σταματάω για καφέ, σε μια φίλη· με το ζόρι μού λέει ότι μόλις χώρισε, προσπαθεί να πενθήσει τον χαμένο έρωτα, αλλά .. «ντρέπομαι, ρε συ, εδώ δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο πια».

Ας μη συνεχίσω. Σήμερα λήγει η σύμβαση μου με την ΕΡΤ και ξαναδηλώνω, κατα πάσα πιθανότητα «άνεργη». Φοβάμαι, αλλά ναι, το συναίσθημα που κυριαρχεί είναι ότι ντρέπομαι να παραπονεθώ, να νιώσω αδικία, να πω τον ‘πόνο’ μου.

Ναι,  η εποχή μάς δείχνει καθημερινά ότι για τον Πόνο υπάρχει άπλετος χώρος, για το Παράπονο όμως δεν υπάρχει πια ούτε μια μικρή γωνίτσα. Διανύσαμε σε χρόνο ρεκόρ την απόσταση από ένα Πριν, που δεν υπήρχε τσίπα, σε ένα Τώρα, που δεν έχουμε πού να βάλουμε τη ντροπή.

Ισως να κάνω και λάθος. Κάποτε, κάποιοι, όταν θα αφηγούνται «…που λές, στον πόλεμο του ’12, παιδί μου…» μπορεί και να έχουν καταλάβει καλύτερα τι πόλεμος γινόταν όχι μόνο εξω αλλά και μεσα στην ψυχή μας.

Γιούλα Ράπτη

αφιερωμένο στην Γιούλα

 

 

Προτιμάμε να μας θυσιάσουν παρά να ρισκάρουμε να θυσιάσουμε…

Posted on Updated on

Πήρα στα χέρια μου το πρώτο τεύχος του περιοδικού Unfollow , φόρεσα τα γυαλιά μου για να βλέπω κοντά ,τα 47 χρόνια και η καθήλωση μπρός τον υπολογιστή απομακρύνουν γράμματα εικόνες , διάβασα ξαπλωμένος το εξαιρετικό κείμενο απο τον Old Boy  γραμμένο για το πρώτο τεύχος του Unfollow , ύστερα  ανασηκώθηκα κάθισα στην άκρη του κρεββατιού, ακούγα για ώρα τις φωνές τα γέλια της Αγγελικής του Πάνου της Κωνσταντίνας …

γράφει ο  Old Boy:

H ιστορική γλύκα

Ευρώ θέλοντος και μνημονίου επιτρέποντος, κλείνω φέτος τα σαράντα. Σκέφτομαι αυτούς που γεννήθηκαν σαράντα χρόνια πριν από μένα. Ένας που γεννήθηκε το 1932 μέχρι τα δικά του σαράντα πρόλαβε να ζήσει άμεσα ή εξ αντανακλάσεως δικτατορία, πόλεμο, κατοχή, εμφύλιο, μετεμφυλιακό κράτος με όλο το σχετικό χαμό του, ξανά δικτατορία. Να πάρουμε και τον αμέσως πιο πίσω σαραντάρη, εκείνον που γεννήθηκε το 1892; Εκείνου κι αν ήταν φουλ το ιστορικό πιάτο. Ενώ εμείς οι καημένοι τι βιώσαμε ιστορικά από τότε που θυμόμαστε τον εαυτό μας; Τί – πό – τά. Προφανώς πολλά και διάφορα συνέβησαν αυτά τα χρόνια, αλλά πώς να τολμήσουν να συγκριθούν από πλευράς δραματικότητας με το παρελθόν; Το 1989 έγιναν κοσμοϊστορικές αλλαγές, ούτε όμως ο δικός μας ο κόσμος ούτε η δική μας ιστορία ήταν εκείνη που άλλαζε ριζικά. Ο δικός μας κόσμος όντας στο στρατόπεδο των νικητών συνέχισε να κυλά αδιατάρακτος για μια εικοσαετία ακόμα. Καιρός δεν ήταν να μπει ένα τέλος στην ανία, καιρός δεν ήταν να αρχίσουμε να παίρνουμε κι εμείς μια δόση Ιστορίας, καιρός δεν ήταν να αρχίσουμε να γευόμαστε κι εμείς την γλύκα της;
Όταν μεγαλώνεις εκτός δραματικής Ιστορίας, εθίζεσαι σε ένα τρόπο σκέψης που σε κάνει να νομίζεις ότι ως το τέλος της ζωής σου έτσι θα πηγαίνει το έργο. Εξίσου αν όχι και περισσότερο σοκαριστικό από ένα κόσμο που κατεδαφίζεται, είναι το εντελώς απρόσμενο της κατεδάφισής του. Προηγούμενες γενιές ήξεραν πως όλα μπορούν ανά πάσα στιγμή να ανατραπούν, πως όλα είναι εκκρεμή κι επίφοβα. Σε εμάς όλα έμοιαζαν στερεωμένα σε αδιαμφισβήτητες βάσεις και μακριά από το φόβο. Υπήρχε βέβαια πάντα ο φόβος της προσωπικής σου κατάρρευσης, αλλά η συλλογική σε καιρό ειρήνης έμοιαζε με αδιανόητη.
Ο βασικότερος εθισμός όμως είναι άλλος: εθίζεσαι στην πεποίθηση πως όπως η Ιστορία διαδραματιζόταν προ κρίσης ερήμην σου, έτσι διαδραματίζεται ερήμην σου και μέσα στην κρίση, εθίζεσαι στην πεποίθηση πως είσαι πολύ μικρός και ασήμαντος για να παρέμβεις και να προσπαθήσεις να την επηρεάσεις. Είναι πολύ πιο συνεπές με βάση τον ως τώρα ανενεργό σου ρόλο και σου είναι πολύ πιο εύκολο ψυχολογικά να παίξεις το ρόλο του σφάγιου. Προτιμάς να σε θυσιάσουν παρά να ρισκάρεις να θυσιάσεις. Αυτό το ρίσκο σε σκανδαλίζει και σε αποσυντονίζει όσο τίποτα. Έτσι, ακόμα κι αν καταλαβαίνεις πια πως πρόκειται να χαθούν πάρα πολύ περισσότερα από όσα έχουν ήδη χαθεί, το κατενάτσιο που παίζεις είναι λιγότερο ένα κατενάτσιο ακραίας ελπίδας μήπως και σωθεί η παρτίδα και περισσότερο ένα κατενάτσιο καθήλωσης μπροστά στον τρόμο να πάρεις την δική σου τύχη στα χέρια σου και να μετατραπείς από εξουσιαζόμενος σε αυτεξούσιος. Ήσουν όλα αυτά τα χρόνια -και πώς να πάψεις έτσι ξαφνικά να είσαι τώρα- ένα μικρό παιδί που άφηνες τους μεγάλους να καθορίζουν τα των μεγάλων. Έπαιζες με τα ιδιωτικά σου παιχνίδια κι άφηνες στους μεγάλους την τύχη του δημόσιου βίου. Τα χεράκια σου νιώθουν ασφαλή όταν τα κρατά η παλάμη των υπεύθυνων πολιτικών και μιντιακών δυνάμεων του τόπου.
Σε κρατούν και σε οδηγούν στο γκρεμό, το βλέπεις, δίπλα σου έχουν πέσει τόσοι άλλοι, το βλέπεις, ωστόσο αυτό έμαθες, να οδηγείσαι, αυτό έμαθες, να αφήνεις αυτά τα πράγματα σε εκείνους που ξέρουν καλύτερα, και τουλάχιστον την ώρα που σε ρίχνουν παρηγορείσαι ξέροντας ότι δεν έκανες εσύ καμία αποκοτιά, δεν προξένησες εσύ με καμία απειθαρχία την πτώση σου, έπεσες μεν, αλλά έπεσες σαν καλό παιδί, έπεσες ακολουθώντας το δρόμο της σύνεσης, αφού δεν υπήρχε άλλος δρόμος από αυτόν. Από τον πανικό να βρεθείς χειραφετημένος μπροστά στο γκρεμό και να προσπαθήσεις να του ξεφύγεις μόνος σου, προτιμάς το χέρι που σε ρίχνει σίγουρα σε αυτόν και το στόμα που εκείνη την ώρα σου ψιθυρίζει στο αυτί πως κάθε άλλη επιλογή θα ήταν καταστροφική, πως ό,τι κάνει το κάνει για το καλό σου και το ευρύτερο καλό της πατρίδας και των παιδιών σου· που μέχρι να σαρανταρίσουν το πιθανότερο είναι πως θα έχουν έρθει αντιμέτωπα με πολύ περισσότερη Ιστορία απ’ ό,τι εσύ.

5+1 φωτογραφίες , με το κινητό, για ενα ταξίδι …

Posted on

η πρώτη …
παράλληλα (για) λίγο μετά την έξοδο…

το παρελθόν

αγίασμα…

σύντροφος πιστή της θάλασσας …

η (προ)τελευταία…

και μια που δεν την αποτύπωσε το κινητο μου…
στο στρογγυλό τραπέζι της πλώρης , ο φορητός υπολογιστής , το κεφάλι του δεκαοχτάχρονου το χέρι της νεαρής κοπέλας ανακατεύει τα ξανθα μαλλιά της , ο Ήλιος που χάνεται φωτίζει τον ύπνο του , φωτίζει τις σελίδες του βιβλίου που διαβάζει εκείνη… τελευταία εικόνα απο ενα ταξίδι στο παρελθόν που οδηγεί στο μέλλον…

Της Γης οι αλήθειες

Posted on Updated on

Πατριώτες καλά κούλουμα να έχουμε και καλή Σαρακοστή

και ένα παραδοσιακό τραγουδάκι για τις περιστάσεις…..Πως το τρίβουν το πιπέρι (κλίκ και λάλησε)

image00111111

image0121212121212

image0111111111111

image00888888

image00777777

image00666666

image00555555

image00444444

image00333333

image00999999

το μήνυμα της Κούνεβα και ένα Σώμα

Posted on Updated on

Η Κούνεβα μέσα απο την Ενταντική στέλνει μήνυμα:

konstantina_2

konstantina_1

και ένα ποίημα του Κουβάνου Louis Rogelio Nogueras :

ΣΩΜΑ

Αυτό είναι το σώμα μου:είναι δυνατό σαν μια δάφνη
αλλά δεν γεννήθηκα στη Δήλο:
δεν είμαι Απόλλωνας, γι’αυτό αν πηγαίνω στην παλαίστρα
μπορεί να με νικήσει κάποιός άλλος.
είμαι ικανός στο δόρυ και επιδέξιος στο σπαθί
πήρα μέρος σε πολλές μάχες
αλλά δεν είμαι Άρης, ο πολεμικός θεός,
και μπορεί να με σκοτώσουν στην επόμενη σύγκρουση.
Όχι όμως απο τους Διόσκουρους απο τον Έρμη,
γιό του Διός και Θεό της ρητορικής.
είμαι καλός ναυσιπλόος στο κουπί, στο πανί μου αρέσει,
στο πλοίο μου, να πλανώμαι στη θάλασσα μακριά απο την ακτή
αλλά εγώ δεν ορίζω τα κύματα και τους ανέμους
όπως ο Ποσειδώνας , ο βασιλιάς των θαλασσών.

Είμαι δίκαιος ,αλλά δεν θα δικάσω
μετά τον θάνατό μου όπως ο Μίνωας.
Δεν θα μπορούσα να καταβάλλω μ’ ένα χτύπημα έναν ταύρο, όπως ο Ηρακλής

δεν θα μπορούσα να σκοτώσω το Μινώταυρο ,σαν το Θησέα
ποτέ δεν θα αποκτήσω μια πανοπλία φτιαγμένη απο τον Ήφαιστο
ούτε μια ωραία γυναίκα σαν την Αφροδίτη.
Γιατί η κατοικία μου είναι στη Ρώμη, όχι στον Όλυμπο.
Δεν είμαι άλλο απο ένας κοινός θνητός,
ένας άνθρωπος
αλλά δυνατός , ικανός, ευφυής και δίκαιος,
στα ανθρώπινα μέτρα.
και αυτό είναι αρκετό.

Υ.Γ.1 το σημείωμα της Κατερίνας Κούνεβα το βρήκα στο ιστολόγιο π. Λίβυος
Υ.Γ.2 το ποίημα το ανέσυρα απο το βιβλίο του Ρήγα Καππάτου και του Pedro Lastra «Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ» απο τις εκδόσεις ΕΚΑΤΗ