'Αρθρα

περί Αργεντινής

Posted on

buenos aires street
 
ΦΑΙΔΡΟΙ «ΑΡΓΕΝΤΙΝΟΛΟΓΟΙ»…
Του ΔΙΟΝΥΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΑΤΟΥ *

Σκεφθείτε έναν σημαντικό αθλητικό σύλλογο, που «βουλιάζει» εξ αιτίας των επιλογών κάποιου ανεκδιήγητου μεγαλοπαράγοντα. Η ομάδα υποβιβάζεται, καταχρεώνεται, κινδυνεύει να διαλυθεί. Ο «τιμονιέρης» αποκαθηλώνεται, ο σύλλογος αναστυλώνεται, ανακάμπτει και σταθεροποιείται -επί χρόνια- σε υψηλά επίπεδα. Αργότερα αρχίζει να «αγχομαχά». Χάνει έδαφος, χωρίς όμως να έχει – έως τώρα – γκρεμοτσακιστεί, όπως επί των ημερών του μεγαλοπαράγοντα. Τι κάνει εκείνος; Πλημμυρισμένος από βλακώδη, κομπλεξική χαιρεκακία, διατυμπανίζει ότι η ομάδα βασανίζεται επειδή απέρριψε το δικό του, «σοφό» μοντέλο διαχείρισης. Ναι, εκείνο που την είχε οδηγήσει στον πάτο!

Αρκετές αληθινές ιστορίες του διεθνούς ποδοσφαίρου έχουν εξελιχθεί περίπου έτσι. Ακριβώς έτσι, ίσως καμία: πού να βρεθεί παράγοντας με τόση ξετσιπωσιά; Βρίσκεται, όμως, το αντίστοιχό του στη σφαίρα της πολιτικής και της οικονομίας. Αρκεί να βάλουμε στη θέση της ομάδας την Αργεντινή και να εκλάβουμε ως μεγαλοπαράγοντα το νεοφιλελευθερισμό που την οδήγησε στην εφιαλτική τετραετία 1999 -2002. Διάβολε, ως πού μπορεί να φθάσει ο «ιδεολογικός χουλιγκανισμός» όσων αναζητούν «δικαίωση» στην ιδέα ότι η Αργεντινή δεν θα ασθενούσε σήμερα, εάν τότε είχε αφεθεί μέχρι τέλους – του δικού της τέλους- στο καταφανώς θανατηφόρο, μονεταριστικό χειρουργικό τραπέζι;

Δεν αλλάζουν τα γεγονότα, όσο κι αν φωνάζουν οι απανταχού ρεβανσιστές «της αγοράς», στις τάξεις των οποίων οι ημέτεροι μουτζαχεντίν των Μνημονίων συγκροτούν την πλέον απλοϊκή και υστερική συνιστώσα.Διότι, σύμφωνοι, για τις ακριβείς αιτίες, το βάθος, την έκταση των σημερινών οικονομικών προβλημάτων της Αργεντινής, για το τι πρέπει να καταλογιστεί στην κυβέρνηση της Κριστίνα Κίρχνερ, μπορούν να γίνουν πολλές και σοβαρές συζητήσεις. Δεν περιμένουμε ασφαλώς να συμμετάσχουν σε αυτές οι «δικοί» μας «παπαγάλοι». Δεν αξιώνουμε καλλιγραφίες από της Μυλωνούς τα οπίσθια. Μόνο τερματισμό της εκούσιας, προσποιητής αμνησίας.

Βολεύει – δεν βολεύει τα «παπαγαλάκια», την Αργεντινή την έπνιξε το 1999 -2002 το νεοφιλελεύθερο «τσουνάμι» Μένεμ της δεκαετίας του ’90, καθώς και τα «γιατροσόφια» της ιδιότυπης τρόικας ΔΝΤ, Παγκόσμιας Τράπεζας και ΗΠΑ, οι οποίες θεωρούσαν την Αργεντινή οικονομική «πίσω αυλή» τους. «Πυλώνες» της ολέθριας «νεοθατσερικής» πολιτικής του Κάρλος Μένεμ ήταν η θέσπιση (1991) της ισοτιμίας πέσο – δολαρίου (1:1), η συμπίεση των μισθών προς τα κάτω, οι σαρωτικές ιδιωτικοποιήσεις. Οι περίπου 400 επιχειρήσεις που ιδιωτικοποιήθηκαν αντιστοιχούσαν στο 7% του εθνικού προϊόντος. Η περαιτέρω «ώθηση» που δεν δόθηκε ποτέ – με τις ιδιωτικοποιήσεις- στην παραγωγή της χώρας περίσσεψε στον τομέα της διαφθοράς.

Διαρκώς συρρικνωνόταν το ΑΕΠ στη «μαύρη» τετραετία 1999 -2002. Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, μειώθηκε κατά 3,39% το ’99, κατά 0,79% το 2000, κατά 4,41% το 2001 και κατά … 10,89% το 2002. Η ανεργία; Στο 18,30% το 2001, στο 17,90% το 2002. Η φτώχεια; Κάλπαζε. Ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα, άκρως ενοχλητικό για τους εγχώριους καθεστωτικούς – μνημονιακούς «αργεντινολόγους», είναι ότι στην χρεοκοπημένη Αργεντινή το ΑΕΠ δεν έπεσε συνολικά τόσο, όσο στην Ελλάδα που «διασώζεται». Ούτε η ανεργία πλησίασε το δικό μας «30% παρά κάτι»!

Η συνέχεια, όμως, επιφυλάσσει και ενοχλητικότερο συμπέρασμα: τόσο το «ως εδώ και μη παρέκει» του Νέστορ Κίρχνερ προς τους διεθνείς τοκογλύφους (2003), όσο και το πρόγραμμα «αριστερόστροφου κεϋνσιανισμού» που υλοποιήθηκε έκτοτε, τελεσφόρησαν αμέσως. Στην πενταετία 2003 – 2007 όχι μόνο τερματίστηκε η καθίζηση του ΑΕΠ, αλλά η ανάπτυξη «έτρεξε» με ρυθμούς που θα ζήλευαν όλες οι χώρες -πλην Κίνας: 8,84%, 9,03%, 9,18%, 8,47%, 8,65%... Όσο για την ανεργία, αυτή μειωνόταν σταθερά – από το 16,1% του 2003 στα μονοψήφια νούμερα των τελευταίων ετών: 8,5% (2007), 7,8% (2008), 8,6 % (2009). Η ανεργία του δεύτερου τριμήνου του 2013 καταμετρήθηκε στο 7,2%.Τα ποσοστά αυτά δεν συνιστούν μεγάλη βελτίωση μόνο εν συγκρίσει προς το έρεβος του 1999 – 2002. Στην «καρδιά» της νεοφιλελεύθερης περιόδου Μένεμ, στην πενταετία 1994- 1998, η ανεργία έφθανε, κατά ετήσιο μέσο όρο, στο 15,2%…

Ασφαλώς η καπιταλιστική Αργεντινή των Κίρχνερ δεν ενσαρκώνει την κοινωνία των ονείρων μας. Παραμένει άλλωστε χώρα έντονων ανισοτήτων, παρά την αναδιανομή εισοδήματος που έγινε κατά την τελευταία δεκαετία του «αριστερού περονισμού». Αξίζει να αναλυθούν διεξοδικά, σε άλλο σημείωμα, λάθη και αδύνατα σημεία της πολιτικής Κίρχνερ- από τις αιτίες αύξησης του πληθωρισμού, έως τις ανεπάρκειες στην παραγωγική ανασυγκρότηση. Επί του παρόντος, μία και μόνη επισήμανση: όπως δείχνει και το ιστορικό – έως σήμερα- ζενίθ στο οποίο βρέθηκε τον περασμένο Οκτώβριο η εκλογική απήχηση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, στην κοινωνία της χώρας υπάρχει πλέον κι ένα ρεύμα εξ αριστερών κριτικής ή και αμφισβήτησης της πολιτικής Κίρχνερ. Ένα ρεύμα που διαπιστώνει, μεταξύ άλλων, ότι ορισμένες τομές έμειναν ανολοκλήρωτες, ότι πχ δεν αντιμετωπίστηκε αποτελεσματικά η συμμαχία μεγάλων εταιρειών και αγροτών που πολέμησε μανιωδώς τη φορολόγηση των εξαγόμενων αγροτικών προϊόντων, κλπ.

Όλα αυτά, βεβαίως, ουδόλως αναιρούν το βασικό συμπέρασμα: η Αργεντινή έσωσε προ δεκαετίας την κοινωνία της, διαγράφοντας το 75% του χρέους, πρωτίστως επειδή έπαψε να είναι το πειθήνιο θύμα του ΔΝΤ και των αγορών. Όποιες κι αν είναι στο εξής οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις, η παρακαταθήκη αυτή δεν αίρεται, παρά μόνο στα λόγια και κείμενα της πολιτικής και δημοσιογραφικής καθεστωτικής αρλουμπολογίας.

Τον περασμένο Δεκέμβριο γινόταν μια απεργία αστυνομικών κι οι «παπαγάλοι» ανακάλυπταν νέο, αντίστροφο… «αργεντινάτσο». Ο φαιδρός ισχυρισμός πως «η Αργεντινή ξαναγύρισε στο 2001- 02» αναπαράγεται σε τέτοιο βαθμό, ώστε πριν από ένα μήνα ηχούσε σαν … αριστεριστής ο Γιώργος Κύρτσος, μόνο και μόνο επειδή επεσήμαινε («Σκάι») ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο τότε και το παρόν. Η μακρόσυρτη δικαστική διελκυστίνδα της Αργεντινής με διάφορους κερδοσκοπικούς οίκους – «γύπες» τροφοδοτεί αμίμητα …ηθικά διδάγματα, όπως: «Να, δεν κέρδισαν τίποτε παραπάνω από εμάς». Για να αποκτήσει κάποια αληθοφάνεια τούτη η ανοησία, τα ελληνικά ΜΜΕ κατά κανόνα αποσιωπούν όσες δικαστικές αποφάσεις αναστέλλουν εντολές πληρωμής εκ μέρους της Αργεντινής (πχ, την πρόσφατη απόφαση εφετείου των ΗΠΑ για τις αξιώσεις του «γύπα» ΝΜL).

Είναι, φυσικά, εξωφρενική κάθε απόπειρα «εξίσωσης» της ελληνικής τραγωδίας με τα της Αργεντινής – πολλώ δε μάλλον κάθε πειρασμός να αναγορευθεί η η δική μας καταβαράθρωση σε «προτιμότερο δρόμο». Τι να συγκρίνει κανείς; Έχοντας διαγράψει το συντριπτικά μεγαλύτερο τμήμα του χρέους της, η Αργεντινή πληρώνει κατά διαστήματα ή δεν πληρώνει καθόλου, κερδίζει χρόνο, επιδίδεται σε πολιτικό και δικαστικό «κλεφτοπόλεμο» – πολλοί λένε, μάλιστα, ότι θα διέθετε ισχυρότερα όπλα, αν είχε προβεί σε ορισμένες νομικές κινήσεις το 2002-03. Το κυριότερο: με τη στάση του, το Μπουένος Άιρες δείχνει ότι η εθνική κυριαρχία μπορεί εμπράκτως να υπερισχύει του βρετανικού ή αμερικανικού δικαίου. Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τον οικονομικό – κοινωνικό στραγγαλισμό της Ελλάδας, που προσφέρει απόλυτη υπακοή και φορτώνεται χρέος διαρκώς βαρύτερο;

Για όλα είναι ικανοί οι «παπαγάλοι». Αν αύριο χάσει την εξουσία ο Ερντογάν, μπορεί να πουν ότι το πρόβλημα της Τουρκίας χρονολογείται από τότε που εκδιώχθηκε το ΔΝΤ. Αν το 2020 αντιμετωπίσει κάποια σοβαρή οικονομική κρίση ο Ισημερινός, θα ισχυριστούν ότι έφταιγε η διαγραφή του χρέους που πέτυχε η χώρα το 2008. Ποιος ξέρει, ακόμη και κάποιος μελλοντικός σεισμός στην Ισλανδία ίσως αποδοθεί στο θράσος της λιλιπούτειας χώρας που αρνήθηκε να «γδύσει» τους πολίτες της, για χάρη των διεθνών «αρπακτικών». Με τόσα «μαργαριτάρια» που ραίνουν τα βραδινά τηλεοπτικά δελτία, τίποτε δεν είναι να αποκλείεις.

*Δημοσιεύθηκε στο  «Πριν» της Κυριακής 2 Φεβρουαρίου 2014

Βάρβαρο είναι…

Posted on Updated on

Βάρβαρο είναι…να μην συλλογίζεασαι την βρβαρότητα.

Βάρβαρο είναι το αγαθό της «ζωής» να ταπεινώνεται και να κακοποιείται.

Βάρβαρο είναι να μάχεσαι για το αυτονόητο.

Βάρβαρη είναι η πρωτόγνωρη αίσθηση των νέων σήμερα ότι αυτοί ότι αυτοί θα ζήσουν χειρότερα απο τους γονείς τους.Βάρβαρο είναι να φαντασιώνεται σαν ένα χτισμένο παράθυρο.

Βάρβαρο είναι να ευτελίζεσαι προκειμένου να βρείς μια δουλειά. Να χρειάζεσται να συμφιλιωθείς με όλα όσα υποχρεώθηκες(εις μάτην) να κάνεις προκειμένου να επιβιώσεις.

Βάρβαρο είναι αυτό που βλέπεις στον καθρέφτη. Το είδωλό σου που δεν μοιάζει σε τίποτα με αυτό που κάποτε είχες ονειρευτεί.

Βάρβαρη είναι η δολοφονία των ονείρων. Βάρβαρη είναι η αίσθηση του εαυτού ως » πεταμένου εκεί».

Βάρβαρο είναι ένα κοινωνικό σύστημα που κάνει τα πάντα για να σε βγάλει στην » απ’έξω» και μετά σε λοιδορεί, σε οικτίρει η σου προτείνει «φάρμακα», για να «γιατρέψει» την οδύνει που το ίδιο γεννά.

Βάρβαρο είναι η λέξη «αξιοπρέπεια» να σηματοδοτεί «πολυτέλεια» η «πλεονασμό».

Βάρβαρο είναι το νόμιμο να είναι και ηθικό. Βάρβαρο είναι μετά βίας να τα φέρνεις βόλτα και να παρακολουθείς γύρω σου την κουλτούρα της αρπαχτής να επιμένει μαζί με τον ξέφρενο χορό των εκατομμυρίων. Βάρβαρη είναι η συνεχής υπενθύμιση του πολιτικού χρήματος. Βάρβαρο είναι το καθεστώς της ιδιότυπης ασυλίας που απολαμβάνουν οι πολιτικοί.

Βάρβαρο είναι να μην μπορείς να μεγαλώσεις τα παιδιά σου με τις αξίες σου γιατί τρέμεις μήπως κι έτσι αποτύγχουν στην ζωή τους. Βάρβαρη είναι η έννοια της επιτυχίας έτσι όπως σήμερα λογαριάζεται.

Βάρβαρη είναι η υφαρπαγή της παιδικής ηλικίας, η απουσία ελεύθερου χρόνου, η αποσύνδεση της μάθησης από την χαρά και την έμπνευση.

Βάρβαρη είναι η κατά συρροή κακοποίηση των γερόντων οι οποίοι στας δυσμάς του βίου καλουνται να ζήσουν, δηλαδή να πεθάνουν, με συντάξεις πείνας. Βάρβαρη είναι η καλλιέργεια και η αξιοποίηση της ανασφάλειας γαι τη δημιουργία υποταγμένων στο φόβο υπηκόων.

Βάρβαρο είναι να είσαι ξένος σε μια ξένη, αφιλόξενη χώρα και να προσπαθείς να πείσεις ότι δεν είσαι εχθρός. Βάρβαρός είναι ο μηχανισμός κατασκεύης αποδιοπομπαίων τράγων, η αναγόρευση φανταστικών εχθρών προκειμένου να εστιαστούν επάνω του τα δεινά της δικής σου ζωής.

Βάρβαρη είναι η κοινωνία του θεάματος, που πασχίζει (άκοπα) να σε πείσει πως αυτό το οποίο βλέπεις στη μικρή οθόνη αξίζει να το βλέπεις, και πως αυτή η νάρκωση είναι επιθυμητή. Η βία και ο πόλεμος είναι ένα καθημερινό Θέαμα. Μια μορφή ψυχαγωγίας.

Βάρβαρη είναι η θυσία των ανθρωπίνων σχέσεων υπό το βάρος των υποχρεώσεων και των ευθυνών. Η θυσία
της σκέψης και της δημιουργικότητας στη διεκπεραίωση της κάθε μέρας. «Να πράττω. Να μην σκέφτομαι. Αλλιώς πάω χαμένος» Η σκέψη, ένα εμπόδιο.

Βάρβαρο είναι να εξωθείσαι στην αναζήτηση αυτοκαταστροφικών περισπασμών προκειμένου να τα βγάλεις πέρα. Βάρβαρη είναι η αύξηση των λύσεων απελπισίας που προβάλλουν στον ορίζοντα: αυτοκτονίες, καταθλίψεις,τρέλα, παράνοια, αλκοόλ, ναρκωτικά.

Βάρβαρο είναι η αμεριμνησία να είναι μόνο προνόμιο των νεογέννητων.

Βάρβαρο είναι να θυσιάζεται η μητρότητα.» Θέλω να κάνω παιδιά, όμως πως να τα μεγαλώσω;»

Βάρβαρο είναι το στοίχημα της ψυχικής υγείας, η ικανότητα του αγαπάν και του εγάζεσθαι να ανάγεται σε μακρινό όνειρο. Βάρβαρο είναι η ζωντάνια του οργισμένου θυμού σου να μεταμορφώνεται σε νεκρωμένη απάθεια ή σε ήπια και παθητική απόγνωση.

Βάρβαρο είναι κάθε πρωί να καταπίνεις ένα παχουλό βατράχι για να συνηθίσεις την αηδία της μέρας που σε περιμένει.

Βάρβαρη είναι η αδυναμία εξεύρεσης και υπεράσπισης ενός άλλου μοντέλου ατομικής ύπαρξης και συλλογικής συνύπαρξης.

Βάρβαρο είναι να λογαριάζεται ως λαικισμός η επίκληση στη βαρβαρότητα.

από το βιβλίο της Φωτεινής Τσαλίκογλου «ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗΝ ΕΚΠΛΗΞΗ» 34 σχόλια για την κρίση και ένα υστερόγραφο απο τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Το φίδι που τους κλώσησε

Posted on

Το φίδι που τους κλώσησε
του Κιμπι
Μπα; Εκπλήσσεσθε που οι χρυσαυγίτες έκαναν πρόβες στο Πέραμα και στο Κερατσίνι για τις «νύχτες κρυστάλλων» του μέλλοντός μας; Εξοργίζεστε που έχουν στο ενεργητικό τους επισήμως το πρώτο θύμα (τα άλλα έχουν χαθεί στα αστυνομικά αρχεία, γιατί ήταν μελαψοί, κανείς δεν είδε, κανείς δεν ξέρει, κανείς δεν αναζήτησε); Απορείτε και εξίστασθε που ένα γραφικό ναζιστικό γκρουπούσκουλο εξελίσσεται σε πανελλαδικής δικτύωσης ένοπλη συμμορία με επιρροή που ήταν αδιανόητη πριν από δύο χρόνια; Πανικοβάλλεστε που η ανοιχτά εγκληματική δράση της δεν περιορίζει τη δημοσκοπική της επέλαση; Τρέμετε στην ιδέα ότι η Χ.Α. μπορεί όχι απλώς να εξελιχθεί στον τρίτο βασικό πόλο του πολιτικού συστήματος, αλλά να κερδίσει την ηγεμονία στα δεξιά του φάσματος; Λιποθυμάτε στο ενδεχόμενο ότι θα χρειαστεί ή να την ηρωοποιήσετε μέσα από πανικόβλητα τεχνάσματα «διωγμού» της ή να συνδιαλλαγείτε μαζί της, έστω και με κάποιο μετριοπαθές τμήμα της – αν υπάρχει; Αγανακτείτε που διογκώνεται η επιρροή ενός τόσο ασύμβατου -υποτίθεται- με τα ευρωπαϊκά και κοινοβουλευτικά ήθη μορφώματος;

Κακώς! Κακώς, κάκιστα εκπλήσσεσθε, εξοργίζεσθε, απορείτε, εξίστασθε, πανικοβάλλεστε, τρέμετε, λιποθυμάτε, αγανακτείτε. Είναι δικό σας επίτευγμα η δημιουργία και η γιγάντωσή της. Εσείς κλωσήσατε και εξακολουθείτε να κλωσάτε το αυγό απ’ το οποίο έσκασε. Οι αποκρουστικές της ιδέες βρίσκονται στο ιδεολογικό DNA σας, ο ρυπαρός λόγος της είναι κρυμμένος στα προγράμματά σας, οι πρακτικές της είναι κομμάτι της ιστορίας σας και τη δική της ατζέντα υποκλέπτετε συστηματικά από τότε που εισέβαλε στο προσκήνιο. Αν και αυτή προηγήθηκε στην υποκλοπή, αντιγράφοντας από τα δικά σας παλιά τεφτέρια.

Ας ξεφυλλίσουμε μαζί μερικές σελίδες απ’ αυτά τα τεφτέρια, μπας και φρεσκάρετε τη μνήμη σας, μπας και ξελαμπικάρει το μυαλό σας.

Πρώτον. Η Χρυσή Αυγή, έχοντας ψαρέψει για καιρό στα θολά νερά της αντιμνημονιακής φλυαρίας, αφού προπόνησε τα τάγματα εφόδου της στα κεφάλια μεταναστών, έβγαλε στο φως τον σκληρό ιδεολογικό της πυρήνα: τον αντικομμουνισμό. Οι νεοναζί, όπως απέδειξαν οι «πρόβες» στο Πέραμα και αλλού, βρίσκονται σε διάταξη αναμέτρησης με την Αριστερά και με κάθε τι που θεωρούν ότι βρίσκεται στη σφαίρα επιρροής της. Το χρυσαυγίτικο μίσος για την Αριστερά, όμως, αποτελεί την ακραία συμπύκνωση της προσφιλούς τα τελευταία χρόνια στη νεοφιλελεύθερη Δεξιά θεωρίας: για όλα τα σημερινά δεινά φταίει η Αριστερά, που επί της ουσίας κυβερνούσε τη χώρα. Με τον «κρατισμό», τις «συντεχνίες», τα «διεφθαρμένα συνδικάτα», τα καταστροφικά «κεκτημένα» της Μεταπολίτευσης.

Δεύτερον. Η Χρυσή Αυγή ανέλαβε να κλείσει τους ανοιχτούς λογαριασμούς με την Ιστορία για λογαριασμό της όλης Δεξιάς. Παρά τις ποικίλες μεταλλάξεις της και τους εκσυγχρονισμούς της, η συντηρητική παράταξη ουδέποτε έκοψε πλήρως τους δεσμούς της με την Ακροδεξιά, η οποία συνδέθηκε με τις πιο μελανές σελίδες της νεότερης ιστορίας: τον δωσιλογισμό της Κατοχής, τον εμφύλιο, το μετεμφυλιακό παρακράτος, τη χούντα, τα μεταπολιτευτικά «σταγονίδια». Δύο από τους πέντε μεταπολιτευτικούς αρχηγούς της υπήρξαν γόνοι ανθρώπων που υπηρέτησαν άμεσα το κατοχικό καθεστώς. Δεν υπάρχει οικογενειακή ευθύνη, αλλά ο συμβολισμός του γεγονότος είναι ισχυρός. Έχει κι η Αριστερά πάμπολλους ανοιχτούς λογαριασμούς της με την Ιστορία, αλλά έχει λογοδοτήσει σκληρά γι’ αυτούς. Η Δεξιά όχι μόνο δεν λογοδότησε, αλλά εγκατέστησε στον θρόνο των νικητών του Εμφυλίου τις ποικίλες και διαδοχικές εκφράσεις του δωσιλογισμού. Η αναβίωση, λοιπόν, της διπολικής έντασης μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς κονιορτοποίησε την επίφαση «εθνικής συμφιλίωσης» πάνω στην οποία νανουρίστηκε η Μεταπολίτευση. Και νομιμοποιεί τη Χρυσή Αυγή να ανάγει γιορτές μίσους τύπου Μελιγαλά σε προνομιακό πεδίο μιας ιστορικής ρεβάνς για λογαριασμό της όλης Δεξιάς.

Τρίτον. Αν αυτές οι ιστορικής υφής διαφορές φαίνονται εντελώς αδιάφορες για τις γενιές που δεν έχουν μνήμες Εθνικής Αντίστασης, Εμφυλίου, δικτατορίας, δεν είναι αδιάφορη η αναβάπτιση της Ακροδεξιάς εντός της κυβέρνησης της μνημονιακής «σωτηρίας». Πριν η Χ.Α. αποκτήσει πανελλαδικό ακροατήριο, κήρυκες των σημαντικότερων από τις φασίζουσες, ρατσιστικές, μυστικιστικές, εθνοφυλετικές και αντικοινοβουλευτικές της απόψεις ήταν πρόσωπα που σήμερα βρίσκονται στον σκληρό πυρήνα της διακυβέρνησης, ως αναγεννημένοι φιλελεύθεροι, φιλότιμοι «μεταρρυθμιστές» και αμείλικτοι διώκτες του νεοναζισμού. Σήμερα, μας απευθύνονται λες κι είμαστε Λωτοφάγοι.

Τέταρτον. Η συντριβή κάθε έννοιας εθνικής και κρατικής κυριαρχίας, ο ευτελισμός της κοινοβουλευτικής διαδικασίας από τους εκπροσώπους των πιστωτών αλλά και από τους ζηλωτές του περίφημου «κοινοβουλευτικού τόξου», ο υποβιβασμός της Βουλής σε όργανο τυπικής επικύρωσης κατά παραγγελία νομοθετημάτων, δίνουν υπόσταση στον φυλετικό εθνικισμό και στον αντικοινοβουλευτισμό της Χ.Α. Η νεοναζιστική οργάνωση υπόσχεται ένα υποκατάστατο της τσακισμένης εθνικής αξιοπρέπειας. Ευαγγελίζεται την ανάκτηση της χαμένης ταυτότητας των νεοελλήνων, με μιαν «ελληνοποίηση» των πάντων: της απασχόλησης, της επιχειρηματικότητας, των παραγωγικών δομών, της εκπαίδευσης, του κράτους. Αποφεύγει επικίνδυνες «λεπτομέρειες», όπως για παράδειγμα πώς θα προκύψει η ενότητα συμφερόντων μεταξύ της «ελληνικής» επιχειρηματικής ελίτ και των Ελλήνων εργαζόμενων και ανέργων. Και προσφεύγει σε πρακτικές λύσεις «συμφιλίωσης»: αδειάζει θέσεις εργασίας από μετανάστες, τις γεμίζει με ιθαγενείς και βγάζει και το σχετικό μεροκάματο μέσα από τις «μεσιτικές» εργασίες που προσφέρει σε επιχειρηματίες.

Πέμπτον. Η κυβέρνηση, όπως και οι Ευρωπαίοι εταίροι που δηλώνουν με περισσή υπεροψία και υποκρισία αλλεργικοί στον νεοναζισμό, βαφτίζουν το κρέας ψάρι και τη διάλυση του κράτους «μεταρρύθμιση». Παρά την αγωνιώδη προσπάθεια να δοθεί στα μνημόνια ο χαρακτήρας μιας οδυνηρής αλλά βαθιάς εξυγίανσης της χώρας, η αίσθηση που αποκομίζει ο μέσος πολίτης είναι μια προϊούσα αποσύνθεσή του κράτους στις στοιχειώδεις λειτουργίες του. Το αίσθημα της ανασφάλειας που προκαλεί η απορύθμιση των κρατικών δομών καθιστά θελκτική την ισχύ που επιχειρεί να εκπέμψει η Χ.Α. και δελεαστική την προσφορά της να υποκαταστήσει αυτή το κράτος, είτε στο πεδίο της ασφάλειας είτε στο πεδίο της οικονομικής στήριξης. Όπως συνέβη και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, το κενό εξουσίας που άφησαν τα καταρρεύσαντα καθεστώτα το κάλυψε το οργανωμένο έγκλημα, με πολιτικό μανδύα ή και χωρίς αυτόν.

Συμπέρασμα: Τα κοινωνικά ερείπια που σωριάζουν γύρω μας η κρίση και η ομοιοπαθητική των μνημονίων αποτελούν χωρίς αμφιβολία το θερμοκήπιο της αποσύνθεσης, της πνευματικής σύγχυσης που διαχέεται στην κοινωνία, της κατάρρευσης κάθε ίχνους εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα και στη δημοκρατική διαδικασία. Ωστόσο, αυτή η αποσύνθεση, η σύγχυση και η δυσπιστία δεν μεταμορφώνονται αυτόματα σε πολιτική στήριξη του φασισμού. Αυτή είναι μια βολική ερμηνεία για όσους θέλουν να κρύψουν ότι εδώ και χρόνια λειτουργούν ως πονηροί διαμεσολαβητές ιδεών, αντιλήψεων και πολιτικών πρακτικών που σήμερα τις βρίσκουν απέναντί τους απειλητικές, θηριώδεις, αιματηρές. Μαύρο φίδι που τους έφαγε. Κι ας το κλώσησαν στοργικά…

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Μια τέτοια μέρα είναι ωραία για να πεθάνεις
Όμορφα κι όρθιος σε δημόσια θέα
Με λένε Παύλο Φύσσα από τον Περαία
Έλληνας μ’ ό,τι συνάδει αυτό -όχι μια σημαία, μελανοχίτωνας γόνος του Αχιλλέα και του Καραϊσκάκη-
Κι αν ξέρω κάτι είναι πως γεννήθηκα ήδη
με δυο καταδίκες βαριές πάνω στην πλάτη
Δυο φτερά από γέννα πάνω στο σώμα μου ραμμένα
που δυστυχώς φτερουγίζουν μόνο μέσ’ απ’ την πένα
και κάνουν γύρω μου να μοιάζουν μάταια
ειδικά όσα θυσιάστηκαν για μένα…

Μα,
Δεν θυσιάζω τίποτα που θυσιάζεται
Δεν θυσιάζομαι για όποιον θυσιάζει
Μάλλον θα φταίει που τα πάντα ασπάζομαι
Ίσως να φταίει η επόμενη μέρα που πλησιάζει
Γι αυτό σου λέω, όλα καλά ηρέμησε
τα ζόρια σου, τα ζόρια μου
Κοίτα ψηλά τ’ αστέρια
Απόψε μοιάζουν να ’ναι τόσο φωτεινά
Το θέμα είναι να παίζεις τη μπάλα σωστά στα χέρια

Τραβάει ο καθένας μάγκα μου τα ζόρια του
και κουβαλάει το δικό του το σταυρό
Τί με ρωτάς πώς περνώ, τι να σου πω;
Δόξα τα λεφτά, έχουμε θεό…

Killa P (Παύλου Φύσσα), «Ζόρια» («Ηλιοκαψίματα», 2012)

πηγή:kibi-blog.blogspot.gr

Σαν χτες, πριν από ακριβώς 11 χρόνια…

Posted on

Μαθήματα και… παθήματα από τη Λατινική Αμερική

Του Γιώργου Τσιάρα
(Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα των Συντακτών)

grafitty at buenos airesΣαν χτες, πριν από ακριβώς 11 χρόνια, ο λαός της Αργεντινής, με αιχμή του δόρατος τους «νοικοκυραίους» της μεσαίας τάξης και τις κατσαρόλες τους, εξεγέρθηκε ενάντια στην πολυετή λιτότητα, πλημμύρισε την Πλάσα ντε Μάγιο (Πλατεία του Μαΐου) και ανάγκασε τον πρόεδρο Φερνάντο ντε λα Ρούα να εγκαταλείψει εσπευσμένα το προεδρικό μέγαρο «Κάσα Ροσάδα» από την ταράτσα µε το -θρυλικό πλέον και στην Ελλάδα- ελικόπτερο.

Ηταν η έναρξη μιας νέας εποχής για την πλούσια χώρα με τα εκατομμύρια φτωχούς, που έπεσε θύμα του πιο άγριου νεοφιλελευθερισμού, αλλά βρήκε τη δύναμη να αντιδράσει και να αναλάβει ξανά τις τύχες της, ως κυρίαρχο, ανεξάρτητο κράτος.

Το οικονομικό σοκ ήταν όμως τρομερό: Πολλές επιχειρήσεις «πάγωσαν», µε τους (ξένους και ντόπιους) ιδιοκτήτες τους να φεύγουν στο εξωτερικό. Αρκετά εργοστάσια καταλήφθηκαν από τους εργαζομένους τους. Οι τιμές βασικών τροφίμων εκτοξεύτηκαν στα ύψη, όπως και η ανεργία, που ξεπέρασε το 20%. Το κράτος πρόνοιας κατέρρευσε, αλλά υποκαταστάθηκε σε μεγάλο βαθμό από τη δράση των λαϊκών συνελεύσεων, των asampleas, που οργάνωσαν συσσίτια, αυτοσχέδια ιατρεία κ.ά.

Η εκλογή το 2003 του «αριστερού», για τα δεδομένα των περονιστών, Νέστορα Κίρσνερ ήταν η αρχή του τέλους για μια μακρά περίοδο νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής, βασικό χαρακτηριστικό της οποίας ήταν ο υπερδανεισμός από το εξωτερικό και το ξεπούλημα (ιδιωτικοποιήσεις, το λένε) του τεράστιου δηµόσιου πλούτου της χώρας σε μια χούφτα εταιρείες, κατ’ εντολή του ∆ΝΤ.

Διαβάστε την συνέχεια  ΕΔΩ
(φωτο-γκράφιτι από τους δρόμους του Μπουένος Άιρες)

Αριστερή κυβέρνηση ή αριστερή παρένθεση;

Posted on

του Πέτρου Παπακωνσταντίνου.

Το Μνημόνιο 3 θα φέρει την κατάρρευση της τρίτης μνημονιακής κυβέρνησης. Η Αριστερά ενώπιον ιστορικών προκλήσεων.

Οι καταιγιστικές εξελίξεις του τελευταίου δεκαημέρου με επίκεντρο το ολέθριο, για την κοινωνική πλειονότητα και εθνική κυριαρχία, Μνημόνιο 3 έθεσαν το πολιτικό σκηνικό σε τροχιά επιταχυνόμενης αποσταθεροποίησης για τρίτη συνεχή φορά, μετά την κατάρρευση των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Παπαδήμου.

Το χειρότερο, για την υφιστάμενη πολιτική τάξη, είναι ότι αυτή τη φορά δε διαγράφεται στον ορίζοντα ομαλή εναλλακτική λύση- πλην βεβαίως του απεχθούς σεναρίου κάποιου είδους αυταρχικής εκτροπής. Ο Αντώνης Σαμαράς και η Νέα Δημοκρατία είναι η τελευταία ζώνη άμυνας ενός συστήματος που εξαντλεί τις εφεδρείες του. Με το ΠΑΣΟΚ κλινικά νεκρό, το μόνο ανοιχτό ερώτημα είναι αν το ιστορικό κίνημα του Ανδρέα Παπανδρέου διατηρεί κάποια αξία χρήσης ως δωρητής οργάνων προς άλλους πολιτικούς σχηματισμούς. Το ενδεχόμενο να βρεθεί η Ελλάδα σε αχαρτογράφητα νερά, με μια κυβέρνηση της Αριστεράς στο πηδάλιο, τίθεται στην ημερήσια διάταξη.

Αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρόκειται για μια καμπή ιστορικών διαστάσεων. Για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η πέραν της σοσιαλδημοκρατίας Αριστερά θα κληθεί να κυβερνήσει όχι ένα έθνος της «περιφέρειας» (Λατινική Αμερική, Ασία) αλλά μια αναπτυγμένη χώρα της Δύσης.

Το πρόβλημα για την ελληνική Αριστερά και ιδιαίτερα για το ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι δεν έρχεται πάνω στην πλάτη ενός ισχυρότατου κοινωνικού ρεύματος, αποφασισμένου να στηρίξει την κυβέρνησή «του» στις κρίσιμες στιγμές. Οι δημοσκοπήσεις δεν μας επιτρέπουν καν να μιλήσουμε για εκλογικό ρεύμα υπέρ της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η πλειονότητα του κόσμου αρχίζει να πείθεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι η επόμενη κυβέρνηση, μόνο γιατί βλέπει τους πολιτικούς του αντιπάλους (πλην της Χρυσής Αυγής) να αυτοκτονούν.

Σ’ αυτό το φόντο, ο σάλος που δημιουργήθηκε με τις πρόσφατες δηλώσεις του Παναγιώτη Λαφαζάνη μοιάζει με τρικυμία σε ένα ποτήρι νερό. Η αναγνώριση, από την πλευρά του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ, ότι το κόμμα του «δεν είναι ακόμη έτοιμο να κυβερνήσει», αν και έχει κάνει σοβαρά βήματα, είναι τόσο «σκανδαλώδης», όσο η «αποκάλυψη» ότι ο Πάπας είναι… Καθολικός! Προφανώς, η συνομοσπονδία συνιστωσών του 4.7%, που εκτοξεύθηκε μέσα σε δύο νύχτες στο 27%, δεν ήταν δυνατό να συγκροτηθεί σε ενιαίο κόμμα, με προγραμματική συνοχή μέσα σε τέσσερις μήνες. Τα πραγματικά ερωτήματα αρχίζουν από εδώ και κάτω.

Θέλει να κυβερνήσει η Αριστερά;

Αν και το σύνθημα που έριξε ο Αλέξης Τσίπρας για «αριστερή κυβέρνηση» συνέβαλε καταλυτικά στην εκλογική του απογείωση, είναι κοινό μυστικό ότι το βράδυ της 17ης Ιουνίου πολλοί, ίσως οι περισσότεροι από τους επιτελείς του, υποδέχθηκαν με ανακούφιση το εκλογικό αποτέλεσμα. Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο… Ας το αφήσουμε για την επόμενη φορά, όταν οι συνθήκες θα είναι καλύτερες.

Το πρόβλημα με αυτή τη λογική είναι ότι μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες μπορεί να έχει σαπίσει η Ελλάδα. Η Αριστερά δεν νομιμοποιείται να ελεεινολογεί τις όντως τρομερά δύσκολες συνθήκες που θα κληρονομήσει, απλούστατα γιατί χωρίς αυτές δε θα εκτοξευόταν ποτέ τόσο ψηλότερα από τα παραδοσιακά της όρια. Αν δεν υπήρχαν η κρίση, τα μνημόνια, η κοινωνική καταστροφή και η αποικιοποίηση της χώρας, η “βαθειά Ελλάδα” δεν θα κατέβαινε στο Σύνταγμα με τους Αγανακτισμένους, ούτε θα ψήφιζε, κατά το ένα τρίτο του εκλογικού σώματος, ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ. Θα συνέχιζε να παίζει στο χρηματιστήριο, να φεσώνεται με στεγαστικά δάνεια και να εμπιστεύεται τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας.

Βεβαίως οι πολίτες που ψήφισαν Αριστερά, δεν έγιναν ξαφνικά επαναστάτες που εννοούν να θυσιαστούν για το σοσιαλιστικό ιδεώδες. Αλλά μήπως αυτό δεν συμβαίνει πάντα στην Ιστορία; Οι μεγάλοι εθνικοί και κοινωνικοί αγώνες δεν είναι έργο κάποιων «ξεχωριστών» ιδεαλιστών, αλλά των συνηθισμένων ανθρώπων, οι οποίοι σε ασυνήθιστες εποχές γίνονται ικανοί για ασυνήθιστα πράγματα. Αν η Αριστερά δεν έχει εμπιστοσύνη σ’ αυτό το λαό ο οποίος, παρά το σοκ και δέος των μνημονίων, το άγχος της επιβίωσης και την απαξίωση των πάντων, κατέβηκε 23 φορές σε γενικές απεργίες και ανέτρεψε δύο κυβερνήσεις, τότε θα είναι άξια της μοίρας της. Ιστορικές ευκαιρίες σαν τη σημερινή έρχονται μια φορά στα πενήντα ή τα εκατό χρόνια. Αν την αφήσει να περάσει από τα χέρια της, το τίμημα θα είναι βαρύτατο, όχι μόνο για την ίδια, αλλά και για τη χώρα.

Μπορεί να κυβερνήσει η Αριστερά;

Η αμφιβολία είναι βάσιμη. Υπάρχουν ενδείξεις ότι, μπροστά στα αδιέξοδα της υπάρχουσας πολιτικής τάξης, μερίδα των επιχειρηματικών ελίτ, ίσως και ξένων κέντρων, αρχίζει να σκέφτεται μήπως θα ήταν καλύτερα να περάσει τον «μουντζούρη» του χρέους και την ηλεκτρική καρέκλα της κυβέρνησης στο ΣΥΡΙΖΑ. Αν η ηγεσία του αποδειχθεί κατώτερη των περιστάσεων, η αριστερή κυβέρνηση θα αποδειχθεί μια σύντομη αριστερή παρένθεση, την οποία θα ακολουθήσει η θριαμβευτική επέλαση των Μνημονιακών πάνω στην καμμένη γη των προδομένων λαϊκών ελπίδων.

Ένας μόνο τρόπος υπάρχει για να ελαχιστοποιηθούν οι πιθανότητες μιας τέτοιας εξέλιξης: Η προγραμματική αποσαφήνιση από την πλευρά της Αριστεράς. Όχι με την έννοια των κατεβατών επί μέρους μέτρων, που κανείς δεν διαβάζει και δεν έχουν και πολύ νόημα. Αλλά με την έννοια ενός Οδικού Χάρτη, μιας πειστικής αφήγησης για τη δύσκολη μετάβαση από το σημερινό χάος σε ένα ελπιδοφόρο μέλλον.

Ο πρώτος, αποφασιστικός σταθμός αφορά στη μονομερή κατάργηση των μνημονίων και των εφαρμοστικών νόμων (όπως προβλέπει η πρόταση νόμου του ΚΚΕ, την οποία ψηφίζει και ο ΣΥΡΙΖΑ) και τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους. Ακόμη και το ΔΝΤ αναγκάζεται, για τους δικούς του λόγους, να αναγνωρίσει ότι, με ένα χρέος που θα φτάσει σε ένα χρόνο το αστρονομικό 190% του ΑΕΠ, η Ελλάδα είναι καταδικασμένη να βρίσκεται εσαεί στα Τάρταρα.

Ο Γόρδιος Δεσμός του ευρώ

Το δεύτερο, αναγκαίο βήμα για το ΣΥΡΙΖΑ είναι να κόψει, επιτέλους, το Γόρδιο Δεσμό του ευρώ. Όσο λέει στον κόσμο «θα καταργήσουμε οπωσδήποτε τα μνημόνια, αλλά θα μείνουμε πάση θυσία στο ευρώ», θα μένει έκθετος στις επιθέσεις των αντιπάλων του για αναξιοπιστία. Είναι αλήθεια ότι η πλειονότητα των πολιτών δεν θα ήθελε, ως πρώτη επιλογή, να φύγουμε από το ευρώ. Όχι λόγω κάποιου αφηρημένου ευρωπαϊσμού, αλλά γιατί αντιλαμβάνεται ότι με το ευρώ ισχύει ό,τι και με το γάμο: Άλλο να μην παντρευτείς κι άλλο να χωρίσεις αφού έχεις κάνει παιδιά και αποκτήσει μύριες δεσμεύσεις. Άλλο τόσο όμως είναι αλήθεια ότι μπροστά στο δίλημμα «να πεθάνουμε με το ευρώ ή να ζήσουμε, έστω δύσκολα για δύο χρόνια, με ένα νέο εθνικό νόμισμα», η πλειονότητα των πολιτών, που δε φιγουράρει στη λίστα Λαγκάρντ, θα επέλεγε το δεύτερο.

Προφανώς, ο ΣΥΡΙΖΑ δε θα έπαιρνε ποτέ την πρωτοβουλία να οδηγήσει την Ελλάδα εκτός ευρωζώνης. Ωστόσο το δίλημμα πιθανότατα θα τεθεί από τα ίδια τα πράγματα. Την ημέρα που η ελληνική κυβέρνηση θα ακυρώσει τα μνημόνια, η Μέρκελ θα της κόψει τη «βοήθεια»- αν λέγεται βοήθεια αυτή η οικονομική «πρέζα», που μας καθηλώνει στο ρόλο του εθισμένου, ο οποίος κάθε φορά θέλει μεγαλύτερη, καταστροφικότερη δόση. Αυτομάτως, η ελληνική κυβέρνηση δεν θα έχει άλλον, βραχυπρόθεσμο τρόπο να ανταποκριθεί στις άμεσες ανάγκες της από το να βάλει μπροστά την πρέσα του Εθνικού Νομισματοκοπείου. Εν ολίγοις, το περίφημο «Σχέδιο Β» δεν είναι μια εμμονή του Αλέκου Αλαβάνου, αλλά μια μάλλον προφανής αναγκαιότητα.

Όπως υπήρξε για το ελληνικό έθνος ζωή χωρίς ευρώ, έτσι υπάρχει ζωή και μετά από τα δέκα χρόνια του ευρώ. Στο κάτω- κάτω, το κοινό νόμισμα μπορεί να διαλυθεί εντελώς ανεξάρτητα από την Ελλάδα και την όποια κυβέρνησή της, όπως διαμηνύει η χρόνια κρίση της ευρωζώνης. Όποιοι βλέπουν το ευρώ όχι ως μέσο, αλλά ως αυτοσκοπό, ως προϋπόθεση της εθνικής επιβίωσης, παραδίδουν την εθνική επιβίωση σε ξένα χέρια, σε παράγοντες πέρα από κάθε έλεγχο αυτού του λαού.

Βεβαίως, στην περίπτωση της αποχώρησης από την ευρωζώνη, θα έρθει με ιδιαίτερη ένταση στο προσκήνιο το θέμα των διεθνών συμμαχιών της χώρας, από τις οποίες θα εξαρτηθεί η συναλλαγματική, ενεργειακή και διατροφική της επάρκεια, αλλά και η εθνική της ασφάλεια. Σ’ αυτό το κεφαλαιώδες ζήτημα ο ΣΥΡΙΖΑ ελάχιστα μας έχει πει, πέρα από μια ιδεοληπτική πίστη στην «καλή», προοδευτική Ευρώπη, η οποία, δυστυχώς, ούτε κυβερνά, ούτε φαίνεται ότι θα κυβερνήσει γρήγορα.

Η Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο να αποξενωθεί από τις ευρωπαϊκές χώρες και κυρίως τις χώρες του Νότου, με τις οποίες τη συνδέουν παραδοσιακές σχέσεις και κοινά προβλήματα. Αλλά αυτός ο προσανατολισμός δεν πρέπει να είναι αποκλειστικός. Η Ρωσία, με τους ενεργειακούς πόρους και τις τεράστιες αμυντικές δυνατότητες, η Λατινική Αμερική με τους διατροφικούς πόρους και η Κίνα με τα τεράστια αποθέματα συναλλάγματος είναι οι πλέον προφανείς στόχοι μιας άλλης, ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Στην περίπτωση δε μιας ευρύτερης ρήξης της Γερμανίας με τον μεσογειακό Νότο δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η Μέρκελ θα έχει στο πλευρό της άλλες μεγάλες δυνάμεις του παγκοσμίου συστήματος.

Ο Ναπολέων έλεγε ότι το καλύτερο στρατιωτικό σχέδιο παύει να ισχύει από τη στιγμή που πέφτουν οι πρώτοι κανονιοβολισμοί. Κάτι ανάλογο ισχύει στην πολιτική, σ’ αυτούς τους τόσο δύσκολους και ευμετάβλητους καιρούς. Ουδείς λογικός άνθρωπος θα απαιτήσει από την Αριστερά ένα απολύτως επεξεργασμένο σχέδιο, χωρίς ρίσκο και αβεβαιότητες. Έχει όμως το δικαίωμα να αξιώσει από μια κυβέρνηση λαϊκής ενότητας και εθνικής σωτηρίας να έχει εξ αρχής ξεκάθαρους το στόχο, τους φίλους και τους εχθρούς της, όπως και την τόλμη να ξεπεράσει τον εαυτό της, τις διαιρέσεις και τις αγκυλώσεις της.
πηγή:antapocrisis

«Όσοι πιστεύουν ότι το να καταστήσεις αυτόν τον κόσμο απλώς αόρατο προστατεύει το μεγάλο μνημονιακό πείραμα σύντομα θα εκπλαγούν»

Posted on Updated on

ο μοναχός ο άνθρωπος είναι δέντρο...Αόρατοι
του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

Από τη στήλη Ελεύθερος Σκοπευτής, Επενδυτής, 20/10/2012

«Το να χάνεις τη δουλειά σου είναι σαν κάταγμα», μονολογεί ο ήρωας ενός διηγήματος (του Χ. Οικονόμου από τη συλλογή «Κάτι θα γίνει, θα δεις» που, προ τριετίας, λειτούργησε σαν ηχώ του μέλλοντος). Το να μη βρίσκεις δουλειά για πολύ καιρό είναι σαν πολλαπλά κατάγματα. Το να είσαι τόσο καιρό άνεργος ώστε να καταλήγεις εκτός εργατικού δυναμικού είναι συντριβή. Εξαφάνιση. Κοινωνική εξαέρωση.
Δεν σας προκαλεί απορία; Πού κρύβονται οι 1,5 εκατομμύριο πραγματικοί άνεργοι; Πού είναι οι 500.000 νέοι έως 25 ετών που η πρώτη εργασιακή τους εμπειρία είναι η ανεργία; Πού κινούνται οι 500.000 που διανύουν παροπλισμένοι την παραγωγικότερη περίοδο της ζωής τους, μεταξύ 25-45 χρόνων; Ένα από τα πραγματικά επιτεύγματα της τρόικας και της κυβέρνησης είναι ότι κατέστησαν τους ανέργους κοινωνικά και πολιτικά αόρατους. Οι άνεργοι υπάρχουν μόνο σαν στατιστική του τρόμου, σαν αριθμός ιλιγγιωδώς αυξανόμενος και σαν μοχλός εκβιασμού των τυχερών που διατηρούν το «προνόμιο» να εργάζονται. Οι άνεργοι δεν υπάρχουν σε κανένα επίπεδο της διαπραγμάτευσης μεταξύ κυβέρνησης και τρόικας. Δεν υπάρχουν σε κανένα μέτρο του μνημονίου, με εξαίρεση τις περικοπές στα επιδόματα ανεργίας. Δεν υπάρχουν στον σχεδιασμό κανενός υπουργείου, με εξαίρεση τη διαχείριση μερικών υπολειμμάτων των κοινοτικών επιδοτήσεων. Δεν υπάρχουν στον πολιτικό και κοινωνικό σχέδιο κανενός κόμματος, με εξαίρεση τις γενικές προσδοκίες για απασχόληση που θα προκύψει από εκείνο ή το άλλο αναπτυξιακό τέχνασμα. Οι άνεργοι, ενώ εξελίσσονται στην πιο θεαματικά αυξανόμενη ομάδα της ελληνικής κοινωνίας και οσονούπω την πολυπληθέστερη, είναι ταυτόχρονα η ομάδα που έχει τεθεί κυριολεκτικά εντός παρενθέσεως.

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όλα τα άλλα στρώματα και κατηγορίες της κοινωνίας βρίσκονται, έστω και περιθωριακά, εντός της διαπραγμάτευσης για τον βίαιο, μνημονιακό μετασχηματισμό. Οι μισθωτοί του Δημοσίου, παρά την ισχνή τους συνδικαλιστική δύναμη, είναι το πρόσχημα για κάποιες από τις περίφημες «κόκκινες γραμμές». Οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα έγιναν ένα παρόμοιο πρόσχημα στο προ ημερών θέατρο κυβερνητικής «αντίστασης» απέναντι στον κυνισμό της τρόικας για τις αποζημιώσεις και τις τριετίες (σημειολογικά έχει ενδιαφέρον, πάντως, ότι και στις δύο περιπτώσεις, του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, οι μισθωτοί αντιμετωπίζονται κυρίως ως υποψήφιοι άνεργοι). Οι προμηθευτές του Δημοσίου προβάλλονται ως οι κατεξοχήν αναξιοπαθούντες με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του κράτους. Η επιχειρηματική ελίτ είναι έτσι κι αλλιώς προνομιακός απευθείας συνομιλητής και υποβολέας αρκετών «μεταρρυθμίσεων» της τρόικας. Οι μικρομεσαίοι, αν και συνθλιβόμενοι μεταξύ φορολογίας και ύφεσης, θεωρούνται δικαιούχοι ενός σεβαστού μέρους των κοινοτικών επιδοτήσεων, αν και όταν αυτές αποδεσμευτούν. Οι αποταμιευτές, αν τους αντιμετωπίσουμε ως ιδιαίτερη κατηγορία, αποτέλεσαν από την αρχή της κρίσης το επιχείρημα υπεράσπισης των τραπεζών. Αλλά ακόμη και οι δανειολήπτες, μπαταχτσήδες ή απλώς ανήμποροι να εξυπηρετήσουν τις δόσεις τους, είναι η διαρκής αφορμή επινοήσεων και παρεμβάσεων για τη διάσωση της ιεράς τραπεζικής πίστης. Όλοι τους είναι κατά κάποιο τρόπο παρόντες στη διαπραγμάτευση, με το μικρό ή μεγάλο ειδικό πολιτικό τους βάρος ως σταθερή πελατεία του πολιτικού συστήματος.
Αλλά οι άνεργοι δεν είναι πουθενά. Είναι παράδοξα απόντες ακόμη και ως φυσική παρουσία, παρ’ ότι οι αριθμοί επιβεβαιώνουν πέραν αμφιβολίας ότι τουλάχιστον ένας τους είναι παρών στο μέσο νοικοκυριό. Είναι απόντες από την καθημερινή κοινωνικότητα, από τις δημόσιες εκδηλώσεις θυμού, οργής, απελπισίας. Είναι αόρατοι ως συγκεκριμένη κοινωνική οντότητα που κάπως πρέπει να διαχειρίζεται κάπως το 24ωρό της, την εβδομάδα της. Δεν είναι ορατοί με τον τρόπο που ήταν ορατοί στην κρίση του 1929 οι Αμερικανοί ή αργότερα οι Γερμανοί άνεργοι, με τις τεράστιες ουρές στα γραφεία εργασίας, στα συσσίτια ή στα καραβάνια των μεταναστών. Πού είναι όλοι τους;

Ρητορικό είναι το ερώτημα. Καθένας μας έχει μιαν απάντηση για το πού είναι και τι κάνουν οι άνεργοι του στενού ή ευρύτερου περιβάλλοντός μας. Καθένας μας δέχεται ένα-δυο τηλεφωνήματα την εβδομάδα από γνωστούς και φίλους που ζητούν με διακριτικότητα: «έχε με υπόψη, αν φτάσει στ’ αυτί σου κάτι για καμιά δουλειά… Ό,τι να ’ναι». Αρκετοί από μας σιτίζουν, στεγάζουν και συντηρούν έναν άνεργο ή αναλαμβάνουν τα έξοδα των παιδιών του, στο πλαίσιο της οικογενειακής πρόνοιας, του μόνου ανθεκτικού και υπεράνω κρίσεων και μεταρρυθμίσεων συστήματος κοινωνικής ασφάλισης που υπήρξε στη μεταπολεμική Ελλάδα. Καθένας μας έχει υπόψη του εναλλακτικές συμπεριφορές και αντιδράσεις στην κατάσταση της μακρόχρονης ανεργίας: ανθρώπους που απλώς ροκανίζουν τον χρόνο τους γύρω από ένα φλιτζάνι καφέ, άλλους καρφωμένους στον καναπέ να κάνουν ζάπινγκ ανάμεσα σε χαζοχαρουμενάδικα προγράμματα και δελτία μνημονιακού τρόμου, κάποιους βυθισμένους ήδη σε βαθιά, κλινική κατάθλιψη, άλλους απελπισμένους μπροστά σε σωρούς απλήρωτων λογαριασμών κι ανεξόφλητες δόσεις δανείων κι εφορίας, αρκετούς, δραστήριους κι ακατάβλητους, «παντρεμένους» με την αισιοδοξία και την αυτοπεποίθηση, να στέλνουν ακούραστα βιογραφικά, να κυνηγούν ευκαιρίες, να προσφέρονται ακόμη και για μαύρη, κακοπληρωμένη εργασία και άλλους να ψάχνουν ήδη προορισμό μετανάστευσης. Από Καναδά μέχρι Ντουμπάι.
Δεν έχουμε ακόμη δει μαζικά εικόνες ανέργων στο έσχατο στάδιο του κοινωνικού αποκλεισμού, αποκομμένους από τα σπίτια και τις φαμίλιες τους, ανέστιους, περιπλανώμενους, χωμένους σε κάδους απορριμμάτων. Η ματιά μας δεν έχει ακόμη εισπράξει εκείνη την υπερβολική δόση δυστυχίας που θα την κάνει αναίσθητη.

Παρ’ όλα αυτά, οι αόρατοι άνεργοι, αυτή η ασυγκρότητη σιωπηλή υπερδύναμη της κοινωνίας, χωρίς καμιά συλλογική ή πολιτική εκπροσώπηση, ζουν ανάμεσά μας χωρίς να έχουν φανερώσει την τελική τους επίδραση στο μεγαλύτερο κοινωνικό πείραμα της μεταπολεμικής Ευρώπης. Είναι ένας καταλύτης με άγνωστες ιδιότητες. Είναι όχι μία, αλλά δύο χαμένες γενιές ανθρώπων που όσο περνά ο χρόνος χάνουν τις παραγωγικές τους δεξιότητες. Οι τεχνοκράτες της δημοσιονομικής εξυγίανσης, οι οποίοι αντιμετωπίζουν ακόμη και την κεϊνσιανή προσδοκία της πλήρους απασχόλησης ως πολιτικό εξτρεμισμό, περιορίζουν τον ρόλο των αόρατων ανέργων σε μια στατιστική μέτρηση, αδιάφορη για τους οικονομικούς στόχους τους. Το έλλειμμα μπορεί να μηδενιστεί, η βιωσιμότητα του χρέους κουτσά στραβά να εξασφαλιστεί, η Ελλάδα να γίνει η πιο ανταγωνιστική χώρα των Βαλκανίων, οι ρυθμοί ανάπτυξης να επιστρέψουν στα προ κρίσης ρεκόρ, αλλά ταυτόχρονα η ανεργία να ίπταται στο 30%, στο 40%, ακόμη και στο 50%, γιατί όχι; Εφόσον το «σύστημα» δουλεύει, τι σημασία έχει πόσοι θα είναι οι άνεργοι; Αρκεί να παραμένουν αόρατοι, εκτός του νέου «κοινωνικού συμβολαίου». Να παραμένουν η δύναμη αδρανείας που κάνει τους «προνομιούχους» απασχολούμενους να λουφάζουν, γιατί τα σύνορα μεταξύ ανεργίας κι απασχόλησης γίνονται πια ασαφή. Μια τρίχα, λίγα λεπτά και ελάχιστα χρήματα χωρίζουν τη μια από την άλλη κατάσταση.

Κι αν η στατιστική της ανεργίας επιμένει άγρια και ενοχλητική, ακόμη κι αυτή συν τω χρόνω μπορεί να βελτιωθεί. Ενδείξεις υπάρχουν από σήμερα. Μαζί με τα θηριώδη ποσοστά ανεργίας, καταγράφεται κι η μείωση της απασχόλησης. Ένα ποσοστό αοράτων συμφιλιώνεται σε τέτοιο βαθμό με την α-ορατότητά του, ώστε να σταματήσει να δηλώνει οικονομικά ενεργός. Δεν δουλεύω, δεν βρίσκω δουλειά, δεν ψάχνω για δουλειά, είμαι εκτός και ανεργίας και απασχόλησης. Σε μια οικονομική και κοινωνική ζώνη λυκόφωτος.
Ποια ψυχολογική, ιδεολογική, πολιτική διεργασία γίνεται στους κατοίκους αυτής της ζώνης λυκόφωτος; Όπως μας υπενθυμίζει η μεταφυσική μυθολογία, σ’ αυτή την περιοχή μεταξύ φωτός και σκότους συνυπάρχουν ζόμπι, λυκάνθρωποι, νεράιδες, ξωτικά, βαμπίρ, δράκοι, μάγισσες, προφήτες, άγγελοι και δαίμονες. Όντα με δυνάμεις υπερφυσικές προορισμένες για δημιουργία ή καταστροφή, για πόλεμο ή ειρήνη, για συμφιλίωση ή σπαραγμό, για το καλό ή για το κακό. Όσοι πιστεύουν ότι το να καταστήσεις αυτόν τον κόσμο απλώς αόρατο προστατεύει το μεγάλο μνημονιακό πείραμα σύντομα θα εκπλαγούν. Και πιθανότατα όχι ευχάριστα.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Η μακροχρόνια ανεργία σαφώς και οφείλεται σε μακροοικονομικά γεγονότα και αποτυχημένες πολιτικές που είναι πέρα από τον έλεγχο των μεμονωμένων ατόμων, παρ’ όλα αυτά τα θύματα στιγματίζονται. Άραγε, όταν έχει μείνει κανείς άνεργος για μεγάλο διάστημα, οι εργασιακές του δυνατότητες διαβρώνονται και ο ίδιος καθίσταται λιγότερο κατάλληλος για πρόσληψη; Μήπως το γεγονός ότι ο άνθρωπος συγκαταλέγεται στους μακροχρόνια ανέργους σημαίνει ότι κατά βάθος είναι άχρηστος; Ίσως όχι, πολλοί εργοδότες όμως το πιστεύουν – και για τον εργαζόμενο ίσως αυτό να έχει τελικά σημασία. Με δεδομένη την κατάσταση της οικονομίας, όποιος χάνει τη δουλειά του δυσκολεύεται πολύ να βρει άλλη, ενώ, αν μείνει άνεργος για μεγάλο διάστημα, καταλήγει να θεωρείται μη απασχολήσιμος.
Σε όλα αυτά πρέπει να προσθέσουμε και τη βλάβη που προκαλείται στον εσωτερικό κόσμο των Αμερικανών. Ξέρετε τι εννοώ, αν γνωρίζετε οποιονδήποτε που να είναι παγιδευμένος στη μακροχρόνια ανεργία: ακόμη κι αν δεν αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, το πλήγμα για την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό του μπορεί να αποβεί καίριο. Όταν ο Ben Bernanke μιλούσε περί έρευνας για την ευτυχία, υπογράμμιζε τη διαπίστωση ότι η ευτυχία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αίσθηση του ατόμου ότι ελέγχει τη ζωή του. Σκεφτείτε τι παθαίνει αυτή η αίσθηση του ελέγχου όταν κάποιος θέλει να δουλέψει, αλλά οι μήνες περνούν και δεν βρίσκει δουλειά, όταν η ζωή που έχει κτίσει καταρρέει επειδή τα χρήματα τελειώνουν.

Πόλ Κρούγκμαν, «Τέλος στην ύφεση τώρα»

Η Βαϊμάρη είναι εδώ

Posted on Updated on

how long is now?

Του Τάσου Τσακίρογλου

Σε μια πολύ σοβαρή καταγγελία, με ιστορικό βάρος, προχώρησε χθες ο Πέτερ Μπόφινγκερ, ένας από τους «σοφούς» συμβούλους της κυβέρνησης Μέρκελ, παρομοιάζοντας την πολιτική λιτότητας που επιβάλλεται σε Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλία με την πολιτική του καγκελάριου Μπρούνινγκ, η οποία στις αρχές της δεκαετίας του ’30 οδήγησε στην έκρηξη της ανεργίας και του πληθωρισμού.

«Η κατάσταση στην Ελλάδα οφείλεται μεταξύ άλλων στην ‘οικονομική θεραπεία σοκ’ που ακολουθείται» δήλωσε χαρακτηριστικά, κάνοντας ευθεία σύγκριση με τις ολέθριες πολιτικές που ακολουθήθηκαν στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Την ίδια κιόλας μέρα τα στοιχεία της Eurostat ήρθαν να τον επιβεβαιώσουν: η ανεργία στην ευρωζώνη σπάει κάθε ρεκόρ, με τους άνεργους να φθάνουν τα 19 εκατομμύρια, ενώ στη νεανική ανεργία η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια, με 55,4%, εμφανίζοντας μάλιστα τη μεγαλύτερη αύξηση απ’ όλες τις χώρες μέσα σε ένα χρόνο.

Η αναφορά του Μπόφινγκερ έχει τρομακτική βαρύτητα, καθώς η ίδια η Γερμανία επωφελήθηκε από τη Συμφωνία του Λονδίνου με τους Συμμάχους το 1953, με μαζική διαγραφή χρεών. Συγκεκριμένα, τα προπολεμικά χρέη (πριν τον Α Παγκόσμιο πόλεμο) από 14 δισεκατομμύρια μάρκα έπεσαν στα 7,3 δις, δηλαδή μια απαλλαγή της τάξης του 45%, ενώ τα μεταπολεμικά από τα 16 δις μειώθηκαν στα 7, δηλαδή λιγότερο από τα μισά.

Τα τελευταία προπολεμικά χρέη της Γερμανίας αποπληρώθηκαν το 1980, ενώ οι τελευταίες πληρωμές τόκων έγιναν το 2010. Αυτό ήταν αρκετά εύκολο για το Βερολίνο, δεδομένων των ρυθμών ανάπτυξης από τη δεκαετία του ’50 και μετά. Τότε ήταν οι ΗΠΑ, Βρετανία και η Γαλλία που, παρά τις σοβαρές ενστάσεις τους, αποφάσισαν να στηρίξουν το περίφημο «γερμανικό θαύμα» και να αποδεχτούν τη διαγραφή του χρέους.

Σήμερα η Γερμανία και ορισμένοι συνοδοιπόροι της κρατούν μια σκληρή στάση απέναντι στην Ελλάδα και διαφωνούν με το ΔΝΤ για τη βιωσιμότητα του χρέους και την ανάγκη νέας αναδιάρθρωσης. Και μάλιστα μιας αναδιάρθρωσης που, εάν γίνει με τους όρους της πρώτης, δεν ελαφρύνει ουσιαστικά τη χώρα.

Το ζήτημα μιας νέας διεθνούς Διάσκεψης για το χρέος του Νότου ίσως είναι σήμερα αρκετά επίκαιρο, καθώς θα ξαναβάλει το άλογο μπροστά από το κάρο, με την έννοια ότι τη συζήτηση εκ των πραγμάτων θα αναγκαστούν να διευθύνουν οι πολιτικοί, οι οποίοι θα πρέπει να αναλογιστούν τις ιστορικές τους ευθύνες.

Χωρίς κάποιος να θέλει να μειώσει τις τεράστιες ευθύνες των εθνικών ελίτ και της διαχείρισης που έκαναν για δεκαετίες σε μια σειρά χώρες, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι είναι η ίδια η δομή της ευρωζώνης και του τύπου ενοποίησης που επελέγη από την αρχή, η οποία οδήγησε στις σημερινές δραματικές ανισομέρειες μεταξύ Βορρά – Νότου.

Το αδιέξοδο πρέπει να αντιμετωπιστεί σ’ αυτή την ιστορική προοπτική και όχι με λογιστικού και διαχειριστικού χαρακτήρα διευθετήσεις που απλώς μεταθέτουν χρονικά το πρόβλημα.

Όπως μάς θυμίζει ο Μπόφινγκερ, «η Βαϊμάρη είναι εδώ»!

αναδημοσίευση από το Onlynews.gr
ΥΓ και η φωτογραφία και η προσθήκη της στο κείμενο είναι δική μου «έμπνευση»