Ιστορία

τον Καιρό που γεννήθηκε ο Άρης….

Posted on Updated on

από το βιβλίο του Μπάμπη Κλάρα «Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΜΟΥ Ο ΑΡΗΣ»

Το πανηγύρι

Η ΓΕΝΝΗΣΗ του ήταν κανονική, όπως όλες οι φυσιολογικές γεννήσεις. Αλλά να που και σ’αυτήν, κατά πως λέει η παροιμία,θέλοντας ο βλάχος και μη θέλοντας ο Χριστός, του φόρεσε και αυτουνού τσαρούχια, θέλησε κι ο κόσμος της μικρής πόλης, να δει στη γέννησή του κάποια ιδιαίτερα σημάδια κι ας μην μπορούσε καλά- καλά να τα ξεδιαλύνει. Έτυχε, βλέπεις, και βγήκε από την κοιλιά της μάνας του την μέρα που άνοιγε το μεγάλο παζάρι της Λαμίας, 27 Αυγούστου, με το παλιό ημερολόγιο, και που κρατούσε ως τις 14 Σεπτεμβρίου, σαν μεγάλη εμποροπανήγυρη, που ήταν για όλη τη Φθιώτιδα, και πέρα ακόμη απ’ αυτή.

Εκεί να δεις πραμάτειες και τι πραμάτειες. Κι εκεί να δεις κόσμο και ντουνιά και τι ντουνιά. Υπεραγορά αληθινή και πιο μεγάλη απ’ τη σημερινή. Μ’ όλα τα καλούδια του καιρού και του τόπου. Όλα στη φτήνεια, σαν τις συγκαιρινές μας, πες, εκπτώσεις. Να μη χορταίνει το μάτι. Κι όλο να λύνεται το κομπόδεμα. Και δωσ’του να παίρνει και να δίνει το μικρό και το μεγάλο αλισβερίσι. Ήταν και το μεγάλογεγονός της χρονιάς για την επαρχία. Να κουβαλούν όλοι απο τα τριγύρω χωριά τα ζωντανά και τις σοδείες, πο ‘χαν γαι ξεπούλημα. Να ψωνίζουν οι χωριατοπούλες κάνα γιορτινό παπούτσι και κάνα ξόμπλι για τις μεγάλες μέρες του αρραβώνα και του γάμου-καλή του ώρα και να μην αργεί να ‘ρθει. Να κατηφορίζουν και οι νοικοκυροπούλες απ’ την πάνω την πλατεία της Ελευθερίας ως το Σταροπάζαρο, που το λένε πάρκο τώρα, να χαρούν και να χαζέψουν. Λεφούσι και οι παρακατιανοί απ’ την πλατεία Λαού και τις πέρα γειτονιές, να κάνουν το κουμάντο τους για το χειμώνα, λαοσύναξη γενική, πρωινή και απογευματινή ως αργά το βράδυ, με τις λάμπες της ασετιλίνης, που προμήθευε το εργοστάσιο του Γοργοποτάμου.

    Αλλά δεν ήταν μόνο εμπορική συναλλαγή. Ήτανε και πανηγύρι, αληθινή διασκέδαση, για μικρούς και για μεγάλους. Η αρχή γινότανε από την είσοδο, με τα ζαχαρωτά και τ’ άλλα εδέσματα, που είχανε από δω και από κει απλωμένα και που τα διαλαλούσανε με τις τραγουδιστές φωνές τους οι επιχώριοι παρασκευαστές και μεταπράττες. Από τη μια μεριά ο ξακουστός Φαρσαλινός σαπουν-χαλβάς να ευωδιάζει από το γίδινο βούτυρο και την ξηροψημένη κρούστα. Απ’ την άλλη, τ’ αρμυρά και αφράτα στραγάλια. Αχνιστά κι ανακατεμένα με σταφίδες ροζακιές ν’ ανοίγουν την όρεξη. Να παίρνουν τα χωνάκια τους και τα παιδόπουλα, αγόρια και κορίτσια, να βρίσκουν και την ευκαιρία, κρυφά- κρυφά, αθέατα, να τα σφεντονίζουν μεταξύ τους και ν’ ανοίγουν έτσι το μυστικό τους διάλογο.

Ύστερα ήτανε οι βόλτες στα στενά δρομάκια που χώριζαν τους πάγκους με τις πραμάτειες. Με την ποκιλία και την πολυχρωμία τους προσφέρανε ένα εξαίσιο θέαμα, που χαίρονταν όλοι να το απολαμβάνουν. Τι θαυμάσιες, ήτανε εκείνες οι πλουμιστές μπατανιές, οι υφασμένες στον παλιό ξύλινο αργαλειό, οι φλοκότες βελέντζες οι χτυπημένες στη νεροτριβή, τα κιλίμια με τα λουλουδάτα σχέδια. Κατασκευάσματα όλα της οικοτεχνίας, που άνθιζε εκείνον τον καιρό στην κλειστή αγροτική οικονομία. Χωρίς βέβαια, να λείπουν και τα είδη της αστικής βιοτεχνίας που λαχταρούσαν νοι κυράδες κι οι κοπέλες των χωριών κι αγοράζανε οι αρχοντοπούλες θαρώντας πως ανέβαιναν έτσι ένα σκαλί παραπάνω, νοθεύοντας μ’ αυτά τις πλουμιστές χωριατικες φορεσιές.

Όξω πάλι, απο την εμπορική αγορά, στον περίγυρό της, ήτανε το αλογοπάζαρο. Με τ’ αλόγατα και τα πουλάρια που ήταν για πούλημα. Με τα γαιδουράκια που ξεπουλούσαν οι γύφτοι. Με τα μουλάρια για τα βαριά φορτώματα και με τα καματερά τα βόδια. Να τα περιεργάζονται οι τσαμπάσηδες, να τα ορέγονται κι οι αλογοσύρτες, να τα χαίρονται και τ’ αντράκια για καβάλα, ψαριά, ντοριά, αράπικα και κανελιά, ξεσαμάρωτα και σαμαρωμένα. Ακόμη και σελωμένα-μεγάλη αυτή η πολυτέλεια-να τριποδίζουν και να καλπάζουν, φτερό απάνω τους κι ο καβαλάρης.

Που να τα γευτούν τέτοια πράματα τα παιδόπουλ, που να τ’ άφηναν οι μεγάλοι. Προτιμούσαν κι αυτά, αναγκαστικά, τον εσωτερικό περίγυρο του παζαριού, που ήταν στα μέτρα τους. Κι εδώ που τα λέμε, ήταν και πιο γουστόζικος με τα πράματα και τα θάματα που παρουσίαζε. Εκεί να δεις μύλους και ροκάνες και καραμούζες. Ακόμα και πίπιζες και φλογέρες, κύκλους και σκοποβολή, κι άλλα τυχερά παιχνίδια, σαν και αυτά που γεμίζουν τα σημερινά λούνα-παρκ. Αλλά και δυο παραπάνω θάματα πο τα ‘χουν σήμερα παραμερίσει.

Το ένα ήταν οι απίστευτές ταχυδακτυλουργίες, που κάνανε οι ταχυδακτυλουργοι. Σπαθιά ολόκληρα να καταπίνουν. Να τους τυλίγουν τα φίδια και αυτοί να κουβεντιάζουν μαζί τους. Να μιλεί πιο κει και η ασώματος κεφαλή

Το άλλο ήταν ο Καραγκιόζης. Άρχιζε το βραδάκι να φωτίζει το πανί του και οι φιγούρες του  ξεκινούσαν με τραγούδι και χορό. Από κοντά τα πρόσωπα ν’ ανιστορούν τα ελληνοτουρκικά τους μπλεξίματα, έξω από το σαράι του Πασά και την καλύβα του Καραγκιόζη. Να ξυλοφορτώνει ο Δερβέναγας τον Καραγκιόζη, να παρεμβαίνει ο Μπαρμπα-Γιώργος και να τρέπει τον Βεληγκέκα σε φυγή με τη γκλίτσα του. Να βαράει και ο Καραγκιόζης τον Χατζηαβάτη:-Τι με βαράς βρε, το καλό σου εγώ θ’ελω, να παραπονιέται εκείνος. Παλικαράς να προβαίνει ο Σταύρακας. Κι ο σιορ Διονύσης, ο Νιόνιος, να κρούει την κιθάρα τουκαι να τραγουδάει την αγάπη του στην άπιστη καλή του. Να ξεφυτρώνει στο τέλος κι ο Μέγας-Αλέξανδρος  καβάλα στο φαρί του και με υψωμένο το ακόντιο να τραντάζει κόσμο και κοσμάκη με τη δυνατή φωνή του.

– Έξελθε κατηραμένε όφι δια να μη σε εξέλθω…-σίγουρος πια κι ο κοσμάκης πως στον Τουρκαλά Αφέντη τα λέει και πως ο καταραμένος όφις δε θ’ αργήσει κουλουριασμένος να σπαράξει, χτυπημένος απ’ του Μεγα-Αλέξανδρου το δόρυ. Αλλά που να τα ξέρεις όλα αυτά εσύ αγαπητέ μου αναγνώστη. Γίνονται σήμερα τέτοια πράματα και θάματα; Τι να τα πολυλογούμε κι εμείς.

Κακογλωσσιές και συχαρίκια

ΣΑΝ να μην έφθαναν όλ’ αυτά, ήρθε από πάνω τη μέρα εκείνη του Τρυγητή και το μεγάλο νέο:

-Τα μάθατε; Η Κλάραινα γέννησε!

-Και τι έκανε;

-Αγόρι!

-Αγόρι!…

Τα θαυμαστικά δεν έιναι δικά μας.  Επιφωνήματα είναι του κόσμου.Ε, δεν ήταν και μικρό πράμα για μια μικρή πολιτεία. Αν το Παζάρι ήταν το μεγάλο γεγονός της χρονιάς, ήταν κι αυτό, το γεγονός της ημέρας. Βούιξε ο τόπος.

Πόσος άλλωστε ήταν αυτός ο τόπος. Όμορφη ήτανε, φυσικά, από τότε η Λαμία, το παλιό Ζητούνι. Με το Κάστρο της από τη μια μεριά και τα βενετσιάνικα τειχιά του, όπου είχαν τότε τις φωλιές τους τα μικρά κοράκια, τα καργάκια. Μαθαίνανε  και να μιλούνε ακόμα, κατά πως  μολογάνε οι παλιότεροι. Στολισμένα, όταν πιάνονταν, με λειριά από κόκκινη τσόχα, κοροιδεύανε με την καργίσια τους λαλιά ερείπια και ξεπεσμένα μεγαλεία. Ν’ αγναντεύει ο κόσμος απ’ το Κάστρο τον ανοιχτό ορίζοντα κατά τον Μαλιακό κόλπο, τη γαλάζια θάλασσα,την πάντα ερωτιάρα και απάντα αγαπημένη, με το επίνειό της τη Στυλίδα και την Αγιά Μαρίνα της στη μέση. Με τον Αη-Λουκά απ’ την άλλη μεριά, μικρό και θαυμαστό οροπέδιο, ν’ απλώνει τη ματιά του στην εύφορη κοιλάδα του Σπερχειού, λουσμένη με τα νερά του, με πλουμιστές τις φορεσιές της κατά τη μόδα των καιρών. Με την ανοιξιάτικη πράσινη ελπίδα, με τη χρυσαφένια περιβολή των καρπών της γης το καλοκαίρι, χρώματα θαμπά φθινοπωρινής ομίχλης και μελαγχολικής ανίας κατόπι, ωσπού να περιβληθεί αργότερα το χειμωνιάτικο λευκό χιτώνα της ευγονίας. Καμαρωτοί ν’ αγρυπνούν αντίκρι της, ο γραφικός Καλλίδρομος και η μπουρινιασμένη Οίτη με την τέφρα του Ηρακλή και πιο βαθιά πιο πέρα το Βελούχι με την δίκορφη περηφάνεια του.

  Ανάμεσα στο Κάστρο και στον Αη-Λουκά, στην πόλη κάτω, ισοδρομούσε ο μεγάλος δρόμος προς τα Πηγαδούλια. Έφτανε ως απάνω στην Ταράτσα με την Αγία της Παρασκευή , που σταμάτησε εκεί τους τούρκους το 1897. Έμεινε ακόμα γυρισμένη η παλάμη του χεριού της  στη στάση του σταματημού τους, για να βάζουν τα παιδιά επάνω τις δεκάρες τους και να μαθαίνουν αν θα γίνει η όχι η παιδική τους πεθυμιά. Αν έμενε η δεκάρα κολλημένη στην εικόνα, η πεθυμιά τους θα γινόταν. Αν έπεφτε, δεν θα γινόταν. Πέρα από την αγία Παρασκευή ξάνοιγε ο δρόμος με στροφές κατά το Δομοκό και τη Θεσσαλία. Από κει ξεκινήσανε οι κατοπινές ελευθερώσεις του 1912-1913, κι ακόμα παρακάτω, του 1914 με 1920.

Ήταν ένας μοναδικός δρόμος αυτός. Ξεκινούσε από την επάνω πλατεία της Ελευθερίας όπου είχε την πρωτοκαθεδρία της η αριστοκρατία, αλλά στη στράτα του ένωνε μαζί της και τον κοσμάκη από τις παρακατιανές πλατείες του Λαού και της Σιταγοράς σε ωραίους βραδινούς περιπάτους, ανάμεσα σε μια θαυμάσια δεντροστοιχία απο λεύκες και δροσοπηγές.  Πέρναγε από τον δεντρόφυτο λοφίσκο του αγίου Μιχαήλ και Γαβριήλ, από σειρά εξοχικά κέντρα με πράσινη μπροστά τους απλοχωριά, χώριζε στα δυο τα Γαλανέικα, ενωνόταν με τον περιφερειακό δρόμο και περνώντας ανάμεσα από δεντροφυτεμένους λοφίσκους στο Ισαδάκι, έφτανε ως τον Αη-Λουκά για ναγυρίσει πάλι στο κέντρο της πολιτείας.

Στο γυρισμό, κατά το έθιμο και τη συνήθεια, κάθε τάξη έπιανε και την πλατεία της, της Ελευθερίας η αριστικρατία, του Λαού ο λαουτζίκος, της Σιταγοράς, οι άνθρωποι της συναλλαγής. Στημένα τους περίμεναν τα τραπεζάκια στα ωραία ζαχαροπλαστεία με το Λαμιώτικο παντεσπάνι, τους μπεζέδες της και τα παστίτσια. Όλο γεύση, ευωδία και νοστιμιά, τα καφενεία με τα περιποιημένα ουζάκια, ελιά και χταποδάκι, χωρίς να λείπει σ’ αυτά και ο ναργιλές για τους παλιούς μερακλήδες. Αγόρια και κορίτσια φέρνανε βόλτες στην απάνω πλατεία αλλάζοντας κρυφές ματιές κι ακούγοντας την Φιλαρμονική του δήμου που έπαιζε στην εξέδρα τις ωραίες οπερέτες του έρωτα και του γλεντιού. Με τις μανάδες και τους πατεράδες να καμαρώνουν από τα τραπεζάκια τους. Με στηλωμένα, για καλό και γαι κακό πάνω τους τα μάτια, να λένε όμως και τα δικά τους για τη ζωή και την πολιτική, ώσπου να ‘ρθει η ώρα του βραδινού φαγητού για ν’ αδειάσει και η πλατεία.

Αλλού φωναχτή κι αλλού σιγανή, η βραδινή κουβεντίτσα, που ερχόταν σαν ξεκούραση και βάλσαμο από τον κάματο της μέρα, δεν έλειπε κι από τις άλλες πλατείες.Παρέες-παρέες και παρείτσες, μ’ όλα τα παλιά του καιρού κι όλα τα νέα της μέρας, με κρίσεις κι επικρίσεις, με κομπασμούς και χάχανα, με ανεκδοτάκια και καλμπουράκια. Και φυσικά, με το απαραίτητο, σαν το αλατοπίπερο, κουσκουσουριό, καλόβουλο κατά συνήθεια, κάποτε και μοχθηρό. Αυτό δα, αν ήτανε κι αν δεν ήτανε το καθημερινό ψωμοτύρι του κόσμου όλου και του κοσμάκη. Γιατί όπως βλέπεις, όμορφη ήτανε η μικρή μας πόλη αλλά μικρός ο τόπος, μικρός και ο κόσμος. Κι όπως συμβαίνει σ’ όλες τις μικρές πολιτείες, έπαιρνε και έδινε το κουτσομπολιό και σ’αυτήν. Για τα πιο επίκαιρα, βέβαια, θέματα. Και τι άλλο, τη μέρα εκείνη, πιο επίκαιρο, απο το Αυγουστιάτικο παζάρι και τα Κλαρέικα γεννητούρια.

Για τη χρησιμότητα και τη χαρά του παζαριού, ήταν όλοι σύμφωνοι. Για τα γεννητούρια όμως, τα σχόλια διχάζονταν. Κι όπως ήταν επόμενο, βούιξε ο τόπος.

– Παζαριώτης βγήκε ο γιός του Κλάρα, παζαριώτης…

Έτσι, με τον συσχετισμό των δύο γεγονότων, του παζριού και της γέννας, από στόμα σε στόμα, λες και συνεννοήθηκε με μιας όλος ο κόσμος, του κόλλησε και μονομίας, πριν ακόμη βαφτιστεί το παιδί, το πρώτο του παρανόμι. Καλοάρεσε και στον λαουτζίκο η προσωνυμία, μ’ αγαθή καρδιά και καλή θέληση.

-Να σου ζήσει, κυρ-Μήτσο, και ναμας ζήσει, δικός μας είναι αυτός.Σαν να χαίρονταν αληθινά γι’ αυτό, μικροέμποροι και μικροβιοτέχνες, εργατικοί της πόλης και του χωραφιού, λέγανε τα συχαρίκια τους και σφίγγανε το χέρι που χαρούμενα τους άπλωνε κι ο πατέρας.

Υ.Γ. ευχαριστώ τον φίλο και πατριώτη μου δημοσιογράφο Δημήτρη Κρικέλα που μου παραχώρησε το παραπάνω  απόσπασμα  απο το δυσεύρετο βιβλίο του Μπάμπη Κλάρα για τον Άρη Βελουχιώτη » Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΜΟΥ Ο ΑΡΗΣ» Εκδόσεις ΔΩΡΙΚΟΣ .

Με την ευχή μου να πραγματοποιήσει το όνειρο του…

Υ.Γ. 2 οι φωτογραφίες της παλιάς Λαμίας είναι απο την ιστοσελίδα του 3ο Γενικού Λυκείου Λαμίας (Μουστάκειο) ΕΔΩ

περί ιδιωτικοποίησης αρχαιολογικών χώρων

Posted on Updated on

σε ετούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει....symbol-σύμβολο«Πρέπει να είχε περάσει καιρός, σα να γύριζα από μακρύ ξενιτεμό, στους δρόμους κανείς δε με γνώριζε και δε γνώριζα κανέναν. Απομεσήμερο νωρίς αλλά ο ήλιος σκεπασμένος. Βρέθηκα στην Ακρόπολη. Εμπρός στη δυτική πρόσοψη του Παρθενώνα, ένα ταραγμένο πλήθος. Όλοι κοίταζαν τις κεντρικές κολόνες και χοχλακούσαν. Ρώτησα κάποιον που χειρονομούσε πλάι μου.
-Ρε, τι ζωντόβολο είσαι συ; Από πού μας κουβαλήθηκες; Δεν ξέρεις τίποτε;
Τον κοίταζα χαμένος.
-Να ο πλειστηριασμός! Άνοιξε τα στραβά σου! Αν κερδίσει εκείνη η αμερικάνικη οδοντόπαστα, σώθηκε ο προϋπολογισμός μας για δεκαετίες.
Κοίταξα με προσοχή στην κατεύθυνση που μου ‘δειχνε. Ανάμεσα στις δυο κεντρικές κολόνες, ξεχώρισα ένα τραπεζάκι σκεπασμένο με πράσινη τσόχα και, καθισμένος πίσω του, ένας ξυρισμένος κύριος με γυαλιά. Φορούσε μαύρο κοστούμι και κρατούσε φιλντισένιο σφυρί. Ρώτησα αποβλακωμένος:
-Ποιος πλειστηριασμός;
-Πού ζεις, μωρέ; Εδώ χαλνάει κόσμος!… Τζένιο η κυβέρνησή μας. Θα τις παραχωρήσει αυτές τις πέτρες. Τι μας χρειάζονται εμάς;
Εκείνη τη στιγμή ο μαυροντυμένος κύριος χτύπησε το σφυρί. “Κατεκυρώθη!”, φώναξε κάποιος. “Κατεκυρώθη! Κατεκυρώθη!”, αντιλάλησε η βοή του πλήθους
-Κέρδισαν οι Αμερικάνοι! Είπε έξαλλος ο γείτονάς μου σαν άνθρωπος που παρακολουθεί ποδόσφαιρο.
Η ταραχή φούσκωνε μέσα μου.
-Και τι θα κάνουν; Κατόρθωσα να ρωτήσω.
-Είναι δαιμόνιοι, αποκρίθηκε. Θα πελεκήσουν τούτες τις κολόνες σε σχήμα σωληνάριου της οδοντόπαστας!
Ένοιωθα πως το πλήθος φύραινε γύρω μου και μ’ άφηνε ολότελα μόνο. Τότες είδα τον Παρθενώνα γυμνό ανατριχιαστικά, χωρίς αέτωμα, χωρίς γείσο, με τις κολόνες του πελεκημένες, γυαλιστερές, παρασταίνοντας υπέρογκα σωληνάρια. Ο βραχνάς με τίναξε απ’ το κρεβάτι καθώς ούρλιαζα. Ώρα πέντε το πρωί. Δεν είμαι αρκετός να αναλύσω τούτο το όνειρο. Μόνο μια παρατήρηση πάνω στην ονειρική συμπεριφορά μου. Πολλές φορές μου έτυχε να ιδώ όνειρα που παρουσιάζονται με κρυστάλλινη σαφήνεια. Αν είναι εφιαλτικά, ο εφιάλτης δουλεύει στο βάθος και ξεσπά στο τέλος».
Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές

Για μία ακόμη φορά ανακινούνται δημοσιεύματα που προτείνουν ιδιωτικοποίηση των αρχαιολογικών χώρων στην Ελλάδα. Αυτή τη φορά είναι το περιοδικό Time, στην πιο πρόσφατη έκδοσή του, που προτείνει την ιδιωτικοποίηση μνημείων για να… «σωθούν», με αφορμή (και πάλι) τις απόψεις του Αμερικανού καθηγητή Stephen Miller. Δεν ξεχνάμε επίσης ότι τον Οκτώβριο 2012, σε εκδήλωση για παρουσίαση επενδυτικών προτάσεων (road show) που διοργάνωσε το Χρηματιστήριο Αθηνών στη Νέα Υόρκη, διατυπώθηκε από Αμερικάνικη εταιρεία «επενδυτική πρόταση» για τους αρχαιολογικούς χώρους της Αττικής, από την Ακρόπολη ως το Λαύριο, με τη μετατροπή τους σε μια… αρχαιοπρεπή Disneyland.
Απαντάμε: Οι αρχαιολογικοί χώροι και τα μνημεία της χώρας μας ανήκουν σε όλο το κοινωνικό σύνολο. Η προστασία, η ανάδειξη και η διαχείρισή τους είναι υποχρέωση του κράτους μέσω της καθ’ ύλην αρμόδιας Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, όπως αποτυπώνεται στο Σύνταγμα και τους νόμους της χώρας μας. Αποτελούν φορείς της ιστορικής μνήμης και συνείδησης. Δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης με όποιους «επενδυτές», δεν αποτελούν αντικείμενα για ιδιωτικοποίηση, ούτε πεδίο κερδοφορίας για κανέναν ιδιώτη.
Απαντάμε: Οι αρχαιολόγοι και όλοι οι επιστήμονες, αλλά και όλο το προσωπικό που υπηρετεί στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, δεν θα επιτρέψουν σε κανέναν να εποφθαλμιά τη διαχείριση των αρχαιολογικών χώρων και των μνημείων της χώρας μας. Η γνωστή συνταγή «υποβαθμίζουμε κάθε τι δημόσιο για να ανοίξει ο δρόμος για την ιδιωτικοποίησή του» δεν θα αφήσουμε να εφαρμοστεί στον τομέα του πολιτισμού. Παρά τις αντίξοες συνθήκες, τον αποδεκατισμό του προσωπικού, τον οικονομικό στραγγαλισμό που μας έχουν επιβάλλει, οι εργαζόμενοι δίνουμε τον καλύτερο εαυτό μας για να συνεχίσουμε να μελετάμε, να προστατεύουμε, να αναδεικνύουμε και να αποδίδουμε τα μνημεία στον αποδέκτη τους: την ίδια την κοινωνία. Και θα συνεχίσουμε να το κάνουμε με τον ενδεδειγμένο επιστημονικό τρόπο, ο οποίος αναγνωρίζεται διεθνώς ως πρωτοποριακός, και όχι με λογικές Disneyland.
Απαντάμε: Η ενοποίηση αρχαιολογικών χώρων, η αποκατάσταση και ανάδειξη μνημείων, η ανέγερση νέων μουσείων, οι επανεκθέσεις στα ήδη υπάρχοντα μουσεία, οι μουσειακές και εκπαιδευτικές δράσεις, η εισαγωγή της σύγχρονης τέχνης και ζωής στους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία και πολλές άλλες δράσεις υλοποιούνται σήμερα από το τακτικό και το έκτακτο προσωπικό του Υπουργείου Πολιτισμού. Μόνο μέσω του ΕΣΠΑ αυτή τη στιγμή πραγματοποιούνται σε όλη τη χώρα 450 έργα σε μνημεία και μουσεία. Φαίνεται ότι κάποιοι «εποφθαλμιούν» αυτά τα έργα, περιμένοντας ότι τις υποδομές που δημιουργεί το δημόσιο (και πληρώνει ο έλληνας φορολογούμενος), θα τις χρησιμοποιήσουν αυτοί για να βγάλουν ιδιωτικό κέρδος. Το κόλπο τους παραείναι φτηνό! Και γίνεται ακόμη πιο φτηνό όταν νομίζουν ότι θα μοιράσουν «καθρεφτάκια σε ιθαγενείς», εκμεταλλευόμενοι την ανεργία και τη φτώχεια για να προβάλλουν δήθεν προτάσεις «αξιοποίησης» που δήθεν θα φέρουν «θέσεις εργασίας». Δεν τους έπιασε ο πόνος για το αν λειτουργούν σωστά οι αρχαιολογικοί χώροι, τους ενδιαφέρει μόνο να «βάλουν χέρι» στα έσοδα από τα μουσεία και τα μνημεία, που σήμερα ανήκουν εξ ολοκλήρου στο δημόσιο.
Απαντάμε: Όποιος ειλικρινά ενδιαφέρεται για την ανάδειξη των μνημείων της χώρας, ας ασχοληθεί με το αν το ΥΠΠΟΑ έχει αρκετό προσωπικό για να κρατήσει ανοιχτά και να φυλάξει τα νέα μουσεία που έχουν ανοίξει σε όλη την Ελλάδα, τους αναστηλωμένους αρχαιολογικούς χώρους και τις νέες εκθέσεις, με το αν το ΥΠΠΟΑ έχει προβάλλει πραγματικά το πρωτοποριακό έργο που λαμβάνει χώρα στον τομέα της πολιτιστικής κληρονομιάς τα τελευταία χρόνια.
Αυτό θα περιμέναμε από το περιοδικό Time. Πολύ περισσότερο όμως θα το περιμέναμε από τον S. Miller, μετά από τόσα χρόνια δουλειάς στην Ελλάδα και συνεργασίας με το προσωπικό της αρχαιολογικής Υπηρεσίας.
Καλούμε όλο το λαό να υπερασπιστεί τη συλλογική μνήμη, τα μνημεία και τον πολιτισμό και να βροντοφωνάξει ότι ΔΕΝ ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ.

Από το Δελτίο Τύπου του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων σχετικά με δημοσιεύματα περί ιδιωτικοποίησης αρχαιολογικών χώρων

ο αντιήρωας που δεν γνωρίζουμε

Posted on

Ενας αντιήρωας , ένας άνθρωπος που δεν γνωρίζουμε οι περισσότεροι και για αυτό θα πρέπει να ντρεπόμαστε !
Ενα ολόκληρο σύστημα τον αγνοεί, μια ολόκληρη κοινωνία τον αγνοεί ,προφανώς η Στάση Ζωής του Κυρήκου είναι επικίνδυνη  ….

polytexneio

Ας τον γνωρίσουμε λοιπόν συνάνθρωποι………

Απο το ιστολόγιο Το Μεγάλο μας Τσίρκο αντιγράφω:

Η ιστορία του αγωνιστή που κάηκε το 1993 στη φωτιά της Ικαρίας

Μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973, πολλοί εκ των συμμετεχόντων στην εξέγερση έσπευσαν να διεκδικήσουν τις δάφνες για την παρουσία τους, να ζητήσουν στον πολιτικό και κοινωνικό στίβο το «αντίτιμο» για τον ρόλο που είχαν στη σύγκρουση με τις δυνάμεις του δικτατορικού καθεστώτος.

Υπήρξε όμως και ένα πλήθος πρωταγωνιστών των δραματικών γεγονότων ­ κυρίως εκτός του φοιτητικού χώρου ­ που συνειδητά έμειναν στην αφάνεια, που δεν επεδίωξαν να καταγραφούν σε καμιά λίστα «ηρώων του Πολυτεχνείου». Αποφεύγοντας την αποπληρωμή της δημοσιότητας και την απαίτηση «αναγνώρισης» της προσφοράς τους.

Ανθρωποι που, όπως έδωσαν το παρών τον Νοέμβριο του ’73 στο Πολυτεχνείο, έτσι διακριτικά αποχώρησαν. Για πάντα! Εχοντας μόνο την αίσθηση ότι έπραξαν το καθήκον τους. Γι’ αυτούς, για τη δική τους δημοκρατία, για κανένα αντάλλαγμα, για καμιά ίσως καπηλεία.

Η περίπτωση που παρουσιάζει «Το Βήμα», του Γιώργου Κηρύκου, ενός ανθρώπου που πρωτοστάτησε στην εξέγερση, βασανίστηκε στα κρατητήρια της ΕΣΑ και ύστερα φρόντισε να μην «πουλήσει» τίποτε από τις «ημέρες της επανάστασης», είναι συμβολική. Και η ζωή του, η κατοπινή θυσία του, δείγμα της αντίληψής του.
Της γενιάς των «αντιηρώων» του Πολυτεχνείου…

Ο προβολέας του τεθωρακισμένου που στεκόταν μπροστά στην πύλη του Πολυτεχνείου εκείνο το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου 1973 ήταν ο μόνος που φώτισε το πρόσωπό του. Εκείνη τη νύχτα, μα και τα επόμενα χρόνια…

Η στεντόρεια κραυγή «όχι αδέλφια, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό» τη στιγμή που ανέμιζε την ελληνική σημαία σκαρφαλωμένος στην κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου το μοναδικό άκουσμα της ύπαρξής του. Η πρώτη και η τελευταία «δήλωση» ως το απροσδόκητο τέλος…

Το καρέ στο περιώνυμο φιλμ της εισβολής του τεθωρακισμένου στο Πολυτεχνείο, όπου διακρίνεται να καταρρέει και να χάνεται δίπλα από τις ερπύστριες του τανκ, ήταν το τελευταίο που ήθελε να αποτυπώνεται η παρουσία του, ο αγώνας, η προσφορά του. Οπως αυτός τουλάχιστον τη θεωρούσε και τη μετρούσε…

Πιστεύοντας ότι τίποτε δεν χρειαζόταν εξαργύρωση. Μόνο η ίδια του η ζωή χαμένη πάντα σ’ ένα παρανάλωμα.

Ο Γιώργος Κηρύκου, ο άνθρωπος που φαίνεται να «καταπίνει» το στρατιωτικό άρμα όταν εισβάλλει στο Πολυτεχνείο και του οποίου ουδείς γνώριζε για πολλά χρόνια μετά τα γεγονότα του 1973 το όνομά του, επέζησε, συνελήφθη, βασανίστηκε, αποσύρθηκε, σιώπησε, επέλεξε, κάηκε ζωντανός στην καταστρεπτική φωτιά της Ικαρίας το 1993.

Προσπαθώντας να απεγκλωβίσει από τον πύρινο κλοιό μια γερόντισσα που κουβαλούσε στην πλάτη του.

Είκοσι χρόνια μετά, η νέα, η τελευταία θυσία.

Ο 39χρονος Γιώργος Κηρύκου, ένα από τα πέντε παιδιά μιας φτωχής οικογένειας από τα Λιόσια, είχε επιλέξει τον δρόμο της φωτιάς ως το τέλος.

Σαν εκείνη της ψυχής του, που σιγόκαιε τον Νοέμβριο του ’73 για ελευθερία, σαν αυτή που κατέκαιε, που αποψίλωνε, 20 χρόνια μετά, ολόκληρο το νησί…

* Η διαδρομή του αφανούς

Κανένα αρχείο, κανένα βιβλίο δεν κατέγραψε την παρουσία του στο Πολυτεχνείο. Ποτέ κανένας επισήμως δεν έμαθε το όνομα του νεαρού που φαίνεται να πέφτει κάτω από τις ερπύστριες του τεθωρακισμένου κρατώντας την ελληνική σημαία. Σαν ο ίδιος να ήθελε μ’ αυτή την πτώση, το χάσιμό του κάτω από το τανκ να κλείσει τη μικρή «επαναστατική» του ιστορία.

Σαν να επεδίωκε όλοι αυτοί που «εισέπραξαν» το αντίτιμο της συμμετοχής τους στα γεγονότα του Νοεμβρίου να τον θεωρούν «νεκρό».

Ο Γιώργος Κηρύκου ζούσε όλα αυτά τα χρόνια μετά το Πολυτεχνείο από τα λίγα λεφτά που έβγαζε από μαθήματα κιθάρας, από κάποιες πρόσκαιρες δουλειές στην Αθήνα και από το μπάρκο του ­ στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ­ σε γκαζάδικα.

Το όνομά του στον κατάλογο των 13 νεκρών του τραγικού περιστατικού της Ικαρίας, όπου έμενε δίπλα στη μητέρα του για πολλά χρόνια, δεν σήμαινε σε κανέναν τίποτε. Κανένας δεν μπορούσε να γνωρίζει το τερτίπι της μοίρας. Η αλληλεγγύη στον αγώνα των φοιτητών η ίδια που καθόριζε όλες τις επιλογές του, ακόμη και τη μοιραία, την τελευταία. Δεν είχε επιτρέψει σε κανέναν, παρά μόνο σε λίγους συγγενείς και φίλους, να γνωρίζει, να θρηνήσει, να καταλάβει.

Να γνωρίζει την ιστορία του ήρωα δίχως ταυτότητα. Του συμβόλου της «άγνωστης» γενιάς του Πολυτεχνείου.

Ο πατέρας του Γιώργου, που δούλευε σε μια χαρτοβιομηχανία, πέθανε το 1970 από πνευμονία στέλνοντάς τον από τα 16 χρόνια του στον αγώνα για το μεροκάματο. Η μάνα του έφυγε για την Ικαρία όπου ήταν το πατρικό της σπίτι και ο Γιώργος για να βοηθήσει όλους δούλευε σε οικοδομές, ελαιοχρωματιστής, κλητήρας σε διάφορες εταιρείες. Μόνο αποκούμπι η κιθάρα του, οι μπαλάντες που δημιουργούσε και τραγουδούσε στον λίγο ελεύθερο χρόνο του.

«Ο Γιώργος το μόνο που ήξερε ήταν να αγωνίζεται. Με τον πιο αγνό τρόπο. Για τα ιδανικά του. Χωρίς να πουλάει τίποτε» θυμάται η αδελφή του Κωνσταντίνα, που εξακολουθεί να ζει στη γειτονιά όπου μεγάλωσε. Το άλλο κορίτσι, η Ολγα, ζει στην Πετρούπολη, ο ένας αδελφός του, ο Θόδωρος, στο Μενίδι και ο Φώτης μόνιμα στην Αυστραλία.

Ο αγώνας για την ελευθερία μα και η αγάπη του για μια φοιτήτρια, τη Μαρία, που έχασε μέσα στη δίνη των γεγονότων, τον έφεραν στα 19 του χρόνια στο Πολυτεχνείο.

«Τον θυμάμαι συνέχεια πάνω στην πύλη, να κρατάει τη σημαία, να φωνάζει συνθήματα. Ηταν με μια παρέα φίλων από την Ικαρία και γειτονόπουλων από τα Λιόσια. Δεν ήταν στο μπλοκ των φοιτητών, δεν γνώριζε κανέναν, όμως αυτό δεν τον εμπόδισε να είναι μαχητικός, να παρασέρνει τους υπόλοιπους» ξαναφέρνει στη μνήμη της η Θάλεια Φράγκου, φοιτήτρια τότε της ΑΣΟΕΕ, που καταγόταν από την Ικαρία και ήξερε τον Γιώργο.

Ο Γιώργος Κηρύκου κατέρρευσε μπροστά στα μάτια της. Εκείνη στεκόταν λίγα βήματα πιο πίσω. Χαθήκανε. Η Θάλεια οδηγήθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα του Γκύζη και βασανίστηκε. Ο Γιώργος κρατήθηκε ένα μήνα στο ΚΕΒΟΠ και στην ΕΣΑ, όπου ξυλοκοπήθηκε δίχως έλεος.

«Δεν ξέραμε πού βρισκόταν. Οταν πήγαμε στο Χαϊδάρι, μας είπαν ότι δεν είχαν κανένα κρατούμενο με το όνομα αυτό. Οταν ήλθε σπίτι μας, τα ρούχα του ήταν γεμάτα αίματα. Τον χτυπούσαν με δύναμη στο στομάχι και αυτό του δημιούργησε χρόνιο πρόβλημα υγείας. Το στομάχι του τον βασάνιζε ως το τέλος» θυμάται με δυσκολία και με πνιγμένη φωνή η μητέρα του κυρία Χρύσα Κηρύκου.

Ο Γιώργος μόλις συνήλθε γύρισε στη δουλειά. Ποτέ δεν θέλησε να δημοσιοποιήσει οτιδήποτε, να αναδείξει τον ρόλο του στα γεγονότα του Νοέμβρη. Ποτέ δεν πέρασε από το «γκισέ» της δημοσιότητας να εισπράξει κάτι.

«Γνωρίζω ότι υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που συμμετείχαν στα γεγονότα του Πολυτεχνείου και δεν εμφανίζονται πουθενά. Τον Κηρύκου δεν τον ήξερα, ούτε ότι ήταν αυτός που έπεσε μπροστά στο τανκ. Δεν ήξερα ποιο ήταν αυτό το άτομο. Στο βιβλίο μου υπάρχουν πολλά κενά…» αναφέρει ο κ. Δημήτρης Φύσσας, συγγραφέας του βιβλίου «Η Γενιά του Πολυτεχνείου» όπου συγκεντρώνει πληροφορίες από τα πάσης φύσεως αρχεία και έχει κατάλογο χιλιάδων συμμετεχόντων στα γεγονότα της 17ης Νοεμβρίου 1973.

* Ο αλτρουισμός και η αυτοθυσία

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ο Γιώργος, αφού τελείωσε το στρατιωτικό του, μπαρκάρισε. Το καράβι έπιανε σε όλα τα λιμάνια της Αμερικής. Στη Νέα Υόρκη γνώρισε μια κοπέλα από το Κολοράντο, παντρεύτηκαν και έμεινε εκεί ως το 1983. Επαιζε κιθάρα σε μαγαζιά της Αστόριας και ζούσαν ανεκτά. Απέκτησε και έναν γιο. Προσπάθησε να έλθει με την οικογένειά του στην Ελλάδα, όμως η γυναίκα του επέστρεψε γρήγορα πίσω, μαζί με το παιδί του. Δούλεψε σε μερικά μπαρ της Αθήνας αλλά τον περισσότερο καιρό έμενε στην Ικαρία, μαζί με τη μητέρα του. Στο νησί παρέδιδε με ελάχιστο αντίτιμο μαθήματα κιθάρας. Οι μαθητές, λόγω του λυρισμού, της γλυκιάς φωνής του, τον φώναζαν «Αλμπάνο». Εμοιαζε και λίγο στον ιταλό τραγουδιστή. Για το Πολυτεχνείο, για την εξέγερση, για την εισβολή του τανκ, για ό,τι ακολούθησε μιλούσε πλέον σπάνια.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έπιανε φωτιά στην Ικαρία, που ο Γιώργος Κηρύκου έτρεχε πρώτος για να βοηθήσει. Ετσι και εκείνο το καλοκαίρι του 1993. Οταν άκουσε ότι στην περιοχή Παναγιά είχε ξεσπάσει φωτιά και είχαν παγιδευθεί τέσσερις γέροντες έτρεξαν με τους φίλους του, τον Δημήτρη Τσαγανό και τον Ηλία Φυσίδα, να τους σώσουν. Τους άρπαξαν στα χέρια και τους μετέφεραν σε άλλο μέρος. Πίστεψαν ότι ήσαν ασφαλείς. Ο αέρας όμως γύρισε ξαφνικά και η φωτιά ήλθε επάνω τους. Εγκλωβίστηκαν. Προσπάθησαν να σώσουν τους γέροντες. Κάηκαν όλοι.

Τα τρία παιδιά τιμήθηκαν από την Ακαδημία για την αυτοθυσία τους.

«Οχι αδέλφια, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό».

Το ανέμισμα της σημαίας, το μάγκωμα της ερπύστριας δίπλα από το κορμί του, τα βογκητά από τον ξυλοδαρμό, τα λόγια της δικής τους γενιάς στο ικαριώτικο καφενείο, η γλυκιά μελωδία της μπαλάντας του, το πύρινο αγκάλιασμα, το τέλος, η παντοτινή σιωπή.
Β. Γ. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ

Το Βήμα

www.nikaria.gr

Είναι μια απ οτισ άγνωστες ισορίες ανθρώπων που στάθηκαν απέναντι στην ζωή, στις ιδέες, τις αξίες, τα ιδανικά μέχρι το τέλος, δεν έβγαλαν σε πληστειριασμό στο παζάρι των αργυροαμοιβών

τον αγώνα τους . Θα προσπαθήσω να μιλήσω ψάχνοντας για αυτούς βρίσκοντας ότι μπορεί να βρεθεί, οι άγνωστοι ήρωες.

Στα 19 ανέμιζε τη γαλανόλευκη στο Πολυτεχνείο, στα 38 χάθηκε στις φλόγες στην καταστροφική πυρκαγιά της Ικαρίας, το 1993

ΝΥΧΤΑ 17ης Νοεμβρίου 1993… Το εκτυφλωτικό φως των εισβολέων «δείχνει τον δρόμο» στο τεθωρακισμένο. Διαβολικοί ήχοι από τις μηχανές και τις ερπύστριες των τανδς. Κλαγγές όπλων. Μετά το νεύμα του αξιωματικού, η … εισβολή.
Αυτός σκαρφαλωμένος στην κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου ανεμίζει την ελληνική σημαία και φωνάζει, «οχι, αδέρφια, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό».
Μαζί με την πόρτα του Πολυτεχνείου, όλα γκρεμίστηκαν μέσα του, έγιναν συντρίμμια. Ποτέ όμως δεν φοβήθηκε για την τύχη του. Γνώριζε καλά πως χρειαζόταν αγώνας για το ταξίδι που τελειωμό δεν είχε. Αγώνας κι αγωνία για τη ζωή, που μας ξεπερνάει και συνεχίζεται… Το όνομά του: Γιώργος Κηρύκου!!
Είναι ένας από τους αφανείς ήρωες του Πολυτεχνείου. Αυτός συνέχισε, επέζησε, συνελήφθη, βασανίστηκε, αποσύρθηκε, σιώπησε και δύο δεκαετίες μετά την εξέγερση κάηκε στην καταστρεπτική φωτιά της Ικαρίας, το 1993, στην προσπάθειά του να απεγκλωβίσει από τον πύρινο κλοιό μια γερόντισσα που κουβαλούσε στην πλάτη του. Μία ακόμη θυσία…

Κυνηγώντας το όνειρο

Ο 38χρονος Γιώργος Κηρύκου, ένα από τα πέντε παιδιά μιας φτωχής οικογένειας από την Ικαρία, είχε επιλέξει τον δρόμο της φωτιάς ως το τέλος.
Η επανάσταση δεν ήταν κάτι που γινόταν έξω απ’ αυτόν. Η μικρότερη αδελφή του, Όλγα, μόλις 11 ετών τότε, θυμάται τον Γιώργο να λέει με υπερηφάνεια: «αντε ν’ αστράψει το όραμα, να φωτιστεί η ύπαρξή μας, μπας και πάρει φωτιά ο κόσμος».
Παλικαράκι 18 ετών, με ένα σακίδιο στον ώμο και με λιγοστά χρήματα, έφυγε από το νησί για να κυνηγήσει το όνειρο στη μεγαλούπολη. Οικοδομή, ελαιοχρωματιστής, ήταν μερικές από τις δουλειές που έκανε εκείνον τον καιρό. Το όνειρό του όμως και η μεγάλη του αγάπη ήταν η κιθάρα. Του άρεσε να φτιάχνει στιχάκια και να τραγουδάει για τους ανθρώπους, για τη ζωή, για το άγνωστο αύριο που ξημερώνει.
Ο αρραβώνας του με μια φοιτήτρια, τη Μαρία, που έχασε μέσα στη δίνη των γεγονότων, τον έφεραν στα 19 του χρόνια στο Πολυτεχνείο.
«Δεν άρεσε στον αδερφό μου να μιλάει για το Πολυτεχνείο, γιατί θεωρούσε ότι δεν είχε κάνει κάτι σημαντικό», αναφέρει η 42χρονη, σήμερα, αδελφή του Όλγα και συνεχίζει, «δεν είχε πάει ποτέ σε επέτειο εορτασμού του. Την ώρα που μπήκαν μέσα τα τανκς, αυτός ήταν κρεμασμένος πάνω στην κολόνα και κρατούσε την ελληνική σημαία. ‘Αρχισε να τρέχει μαζί με άλλους και, όπως μου είχε πει, κρύφτηκε σ’ έναν φωταγωγό. Τον έπιασαν όμως και φυλακίστηκε για έναν μήνα στο Χαϊδάρι. Οι βασανιστές του τον χτυπούσαν ανελέητα, τα ρούχα του ήταν ποτισμένα από το αίμα, αλλά ο Γιώργος άντεξε. Η μητέρα μου είχε τρελαθεί, έκλαιγε και έλεγε συνέχώς ‘χάθηκε το παιδί μου’. Οι μέρες περνούσαν και οι ελπίδες εξανεμίζονταν, ώσπου ένα γράμμα της Μαρίας έφερε ξανά στο σπίτι μας τη χαρά. Ο Γιώργος ήταν ζωντανός. Μέσω ενός φαντάρου ο αδελφός μου επικοινώνησε με την αγαπημένη του και λίγες μέρες μετά είχε αποφυλακιστεί», θυμάται η Όλγα.

Σε Βραζιλία και ΗΠΑ

Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να συνέλθει από τον ξυλοδαρμό και το σοκ που είχε υποστεί ο Γιώργος. Ποτέ όμως δεν θέλησε να δημοσιοποιήσει οτιδήποτε για την ιστορία του Πολυτεχνείου. Λίγους μήνες μετά μπαρκάρισε λόγων των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε και ταξίδεψε μέχρι τη μακρινή Βραζιλία. Γύρισε όμως γρήγορα, αφού ήταν παράνομος και δεν είχε κανένα χαρτί μαζί του. Έμεινε για λίγο στην Αθήνα και ύστερα έφυγε για την Αμερική, όπου γνώρισε μία κοπέλα από το Κολοράντο, παντρεύτηκε απέκτησε κι έναν γιο κι έμεινε εκεί δέκα χρόνια. Έπαιζε κιθάρα σε μαγαζιά της Αστόριας.
«Έκανε αυτό που αγαπούσε», αναφέρει η 42χρονη Όλγα.
«Χώρισε όμως με τη γυναίκα του και το ’87 επέστρεψε στην Ικαρία και έμεινε μαζί με τη μητέρα μας, όπου έφτιαξε ξανά τη ζωή του κι έκανε έναν δεύτερο γάμο με τη Φανή». Στο νησί παρέδιδε μαθήματα κιθάρας. Το παρατσούκλι του ήταν «Αλμπάνο» κι όλο το χωριό έτσι τον αποκαλούσε.

ΟΛΑ στη ζωή του Γιώργου κυλούσαν ομαλά, ώσπου το καλοκαίρι του 1993 θα γραφόταν ο τραγικός επίλογος. Όταν άκουσε ότι στην περιοχή Παναγιά είχε ξεσπάσει φωτιά και είχαν παγιδευτεί τέσσερις γέροντες, έτρεξε με τους φίλους του, τον Δημήτρη Τσαγανό και τον Ηλία Φυσανίδα, να τους σώσουν. Τους μετέφεραν σε άλλο μέρος, πιστεύοντας ότι ήταν ασφαλείς.
Ο αέρας όμως γύρισε ξαφνικά και η φωτιά ήρθε επάνω τους. Εγκλωβίστηκαν και κάηκαν όλοι. «Είμαι υπερήφανη για τον αδελφό μου», λέει συγκινημένη η Όλγα.
«Για μας ο Γιώργος ζει, δεν έχει πεθάνει. Μιλάω γι αυτόν συνεχώς στα δυο μου παιδιά. Η γλύκα του συναισθήματος και η τρυφεράδα του γεννάει τη μνήμη και το όνειρο. Μπορεί να συντρίψει και την πιο σκληρή πραγματικότητα. Η αγάπη μας γι αυτόν γεμίζει τα κενά της απώλειάς του», προσθέτει η 42χρονη Όλγα.

ΜΑΡΙΝΑ ΖΙΩΖΙΟΥ (Εφημερίδα «Εθνος» 14/11/2004)¨

για την μεταφορά μαραδό

Προτιμάμε να μας θυσιάσουν παρά να ρισκάρουμε να θυσιάσουμε…

Posted on Updated on

Πήρα στα χέρια μου το πρώτο τεύχος του περιοδικού Unfollow , φόρεσα τα γυαλιά μου για να βλέπω κοντά ,τα 47 χρόνια και η καθήλωση μπρός τον υπολογιστή απομακρύνουν γράμματα εικόνες , διάβασα ξαπλωμένος το εξαιρετικό κείμενο απο τον Old Boy  γραμμένο για το πρώτο τεύχος του Unfollow , ύστερα  ανασηκώθηκα κάθισα στην άκρη του κρεββατιού, ακούγα για ώρα τις φωνές τα γέλια της Αγγελικής του Πάνου της Κωνσταντίνας …

γράφει ο  Old Boy:

H ιστορική γλύκα

Ευρώ θέλοντος και μνημονίου επιτρέποντος, κλείνω φέτος τα σαράντα. Σκέφτομαι αυτούς που γεννήθηκαν σαράντα χρόνια πριν από μένα. Ένας που γεννήθηκε το 1932 μέχρι τα δικά του σαράντα πρόλαβε να ζήσει άμεσα ή εξ αντανακλάσεως δικτατορία, πόλεμο, κατοχή, εμφύλιο, μετεμφυλιακό κράτος με όλο το σχετικό χαμό του, ξανά δικτατορία. Να πάρουμε και τον αμέσως πιο πίσω σαραντάρη, εκείνον που γεννήθηκε το 1892; Εκείνου κι αν ήταν φουλ το ιστορικό πιάτο. Ενώ εμείς οι καημένοι τι βιώσαμε ιστορικά από τότε που θυμόμαστε τον εαυτό μας; Τί – πό – τά. Προφανώς πολλά και διάφορα συνέβησαν αυτά τα χρόνια, αλλά πώς να τολμήσουν να συγκριθούν από πλευράς δραματικότητας με το παρελθόν; Το 1989 έγιναν κοσμοϊστορικές αλλαγές, ούτε όμως ο δικός μας ο κόσμος ούτε η δική μας ιστορία ήταν εκείνη που άλλαζε ριζικά. Ο δικός μας κόσμος όντας στο στρατόπεδο των νικητών συνέχισε να κυλά αδιατάρακτος για μια εικοσαετία ακόμα. Καιρός δεν ήταν να μπει ένα τέλος στην ανία, καιρός δεν ήταν να αρχίσουμε να παίρνουμε κι εμείς μια δόση Ιστορίας, καιρός δεν ήταν να αρχίσουμε να γευόμαστε κι εμείς την γλύκα της;
Όταν μεγαλώνεις εκτός δραματικής Ιστορίας, εθίζεσαι σε ένα τρόπο σκέψης που σε κάνει να νομίζεις ότι ως το τέλος της ζωής σου έτσι θα πηγαίνει το έργο. Εξίσου αν όχι και περισσότερο σοκαριστικό από ένα κόσμο που κατεδαφίζεται, είναι το εντελώς απρόσμενο της κατεδάφισής του. Προηγούμενες γενιές ήξεραν πως όλα μπορούν ανά πάσα στιγμή να ανατραπούν, πως όλα είναι εκκρεμή κι επίφοβα. Σε εμάς όλα έμοιαζαν στερεωμένα σε αδιαμφισβήτητες βάσεις και μακριά από το φόβο. Υπήρχε βέβαια πάντα ο φόβος της προσωπικής σου κατάρρευσης, αλλά η συλλογική σε καιρό ειρήνης έμοιαζε με αδιανόητη.
Ο βασικότερος εθισμός όμως είναι άλλος: εθίζεσαι στην πεποίθηση πως όπως η Ιστορία διαδραματιζόταν προ κρίσης ερήμην σου, έτσι διαδραματίζεται ερήμην σου και μέσα στην κρίση, εθίζεσαι στην πεποίθηση πως είσαι πολύ μικρός και ασήμαντος για να παρέμβεις και να προσπαθήσεις να την επηρεάσεις. Είναι πολύ πιο συνεπές με βάση τον ως τώρα ανενεργό σου ρόλο και σου είναι πολύ πιο εύκολο ψυχολογικά να παίξεις το ρόλο του σφάγιου. Προτιμάς να σε θυσιάσουν παρά να ρισκάρεις να θυσιάσεις. Αυτό το ρίσκο σε σκανδαλίζει και σε αποσυντονίζει όσο τίποτα. Έτσι, ακόμα κι αν καταλαβαίνεις πια πως πρόκειται να χαθούν πάρα πολύ περισσότερα από όσα έχουν ήδη χαθεί, το κατενάτσιο που παίζεις είναι λιγότερο ένα κατενάτσιο ακραίας ελπίδας μήπως και σωθεί η παρτίδα και περισσότερο ένα κατενάτσιο καθήλωσης μπροστά στον τρόμο να πάρεις την δική σου τύχη στα χέρια σου και να μετατραπείς από εξουσιαζόμενος σε αυτεξούσιος. Ήσουν όλα αυτά τα χρόνια -και πώς να πάψεις έτσι ξαφνικά να είσαι τώρα- ένα μικρό παιδί που άφηνες τους μεγάλους να καθορίζουν τα των μεγάλων. Έπαιζες με τα ιδιωτικά σου παιχνίδια κι άφηνες στους μεγάλους την τύχη του δημόσιου βίου. Τα χεράκια σου νιώθουν ασφαλή όταν τα κρατά η παλάμη των υπεύθυνων πολιτικών και μιντιακών δυνάμεων του τόπου.
Σε κρατούν και σε οδηγούν στο γκρεμό, το βλέπεις, δίπλα σου έχουν πέσει τόσοι άλλοι, το βλέπεις, ωστόσο αυτό έμαθες, να οδηγείσαι, αυτό έμαθες, να αφήνεις αυτά τα πράγματα σε εκείνους που ξέρουν καλύτερα, και τουλάχιστον την ώρα που σε ρίχνουν παρηγορείσαι ξέροντας ότι δεν έκανες εσύ καμία αποκοτιά, δεν προξένησες εσύ με καμία απειθαρχία την πτώση σου, έπεσες μεν, αλλά έπεσες σαν καλό παιδί, έπεσες ακολουθώντας το δρόμο της σύνεσης, αφού δεν υπήρχε άλλος δρόμος από αυτόν. Από τον πανικό να βρεθείς χειραφετημένος μπροστά στο γκρεμό και να προσπαθήσεις να του ξεφύγεις μόνος σου, προτιμάς το χέρι που σε ρίχνει σίγουρα σε αυτόν και το στόμα που εκείνη την ώρα σου ψιθυρίζει στο αυτί πως κάθε άλλη επιλογή θα ήταν καταστροφική, πως ό,τι κάνει το κάνει για το καλό σου και το ευρύτερο καλό της πατρίδας και των παιδιών σου· που μέχρι να σαρανταρίσουν το πιθανότερο είναι πως θα έχουν έρθει αντιμέτωπα με πολύ περισσότερη Ιστορία απ’ ό,τι εσύ.

Ο αντιήρωας που δεν γνωρίζουμε…

Posted on Updated on

35 χρόνια μετά….
άκουσα για πρώτη φορά το όνομα του Γιώργου Κυρήκου σήμερα 16 Νοέμβρη του 2008 στην εκπομπή του Σεραφείμ Φυντανίδη στην Νετ ¨Σήμερα Χθές Αύριο΅ απο το στόμα της Ευγενίας Φακίνου.
Ενας αντιήρωας , ένας άνθρωπος που δεν γνωρίζουμε οι περισσότεροι και για αυτό θα πρέπει να ντρεπόμαστε !
Ενα ολόκληρο σύστημα τον αγνοεί, μια ολόκληρη κοινωνία τον αγνοεί ,προφανώς η Στάση Ζωής του Κυρήκου είναι επικίνδυνη  ….

polytexneio

Ας τον γνωρίσουμε λοιπόν συνάνθρωποι………

Απο το ιστολόγιο Το Μεγάλο μας Τσίρκο αντιγράφω:

Η ιστορία του αγωνιστή που κάηκε το 1993 στη φωτιά της Ικαρίας

Μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973, πολλοί εκ των συμμετεχόντων στην εξέγερση έσπευσαν να διεκδικήσουν τις δάφνες για την παρουσία τους, να ζητήσουν στον πολιτικό και κοινωνικό στίβο το «αντίτιμο» για τον ρόλο που είχαν στη σύγκρουση με τις δυνάμεις του δικτατορικού καθεστώτος.

Υπήρξε όμως και ένα πλήθος πρωταγωνιστών των δραματικών γεγονότων ­ κυρίως εκτός του φοιτητικού χώρου ­ που συνειδητά έμειναν στην αφάνεια, που δεν επεδίωξαν να καταγραφούν σε καμιά λίστα «ηρώων του Πολυτεχνείου». Αποφεύγοντας την αποπληρωμή της δημοσιότητας και την απαίτηση «αναγνώρισης» της προσφοράς τους.

Ανθρωποι που, όπως έδωσαν το παρών τον Νοέμβριο του ’73 στο Πολυτεχνείο, έτσι διακριτικά αποχώρησαν. Για πάντα! Εχοντας μόνο την αίσθηση ότι έπραξαν το καθήκον τους. Γι’ αυτούς, για τη δική τους δημοκρατία, για κανένα αντάλλαγμα, για καμιά ίσως καπηλεία.

Η περίπτωση που παρουσιάζει «Το Βήμα», του Γιώργου Κηρύκου, ενός ανθρώπου που πρωτοστάτησε στην εξέγερση, βασανίστηκε στα κρατητήρια της ΕΣΑ και ύστερα φρόντισε να μην «πουλήσει» τίποτε από τις «ημέρες της επανάστασης», είναι συμβολική. Και η ζωή του, η κατοπινή θυσία του, δείγμα της αντίληψής του.
Της γενιάς των «αντιηρώων» του Πολυτεχνείου…

Ο προβολέας του τεθωρακισμένου που στεκόταν μπροστά στην πύλη του Πολυτεχνείου εκείνο το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου 1973 ήταν ο μόνος που φώτισε το πρόσωπό του. Εκείνη τη νύχτα, μα και τα επόμενα χρόνια…

Η στεντόρεια κραυγή «όχι αδέλφια, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό» τη στιγμή που ανέμιζε την ελληνική σημαία σκαρφαλωμένος στην κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου το μοναδικό άκουσμα της ύπαρξής του. Η πρώτη και η τελευταία «δήλωση» ως το απροσδόκητο τέλος…

Το καρέ στο περιώνυμο φιλμ της εισβολής του τεθωρακισμένου στο Πολυτεχνείο, όπου διακρίνεται να καταρρέει και να χάνεται δίπλα από τις ερπύστριες του τανκ, ήταν το τελευταίο που ήθελε να αποτυπώνεται η παρουσία του, ο αγώνας, η προσφορά του. Οπως αυτός τουλάχιστον τη θεωρούσε και τη μετρούσε…

Πιστεύοντας ότι τίποτε δεν χρειαζόταν εξαργύρωση. Μόνο η ίδια του η ζωή χαμένη πάντα σ’ ένα παρανάλωμα.

Ο Γιώργος Κηρύκου, ο άνθρωπος που φαίνεται να «καταπίνει» το στρατιωτικό άρμα όταν εισβάλλει στο Πολυτεχνείο και του οποίου ουδείς γνώριζε για πολλά χρόνια μετά τα γεγονότα του 1973 το όνομά του, επέζησε, συνελήφθη, βασανίστηκε, αποσύρθηκε, σιώπησε, επέλεξε, κάηκε ζωντανός στην καταστρεπτική φωτιά της Ικαρίας το 1993.

Προσπαθώντας να απεγκλωβίσει από τον πύρινο κλοιό μια γερόντισσα που κουβαλούσε στην πλάτη του.

Είκοσι χρόνια μετά, η νέα, η τελευταία θυσία.

Ο 39χρονος Γιώργος Κηρύκου, ένα από τα πέντε παιδιά μιας φτωχής οικογένειας από τα Λιόσια, είχε επιλέξει τον δρόμο της φωτιάς ως το τέλος.

Σαν εκείνη της ψυχής του, που σιγόκαιε τον Νοέμβριο του ’73 για ελευθερία, σαν αυτή που κατέκαιε, που αποψίλωνε, 20 χρόνια μετά, ολόκληρο το νησί…

* Η διαδρομή του αφανούς

Κανένα αρχείο, κανένα βιβλίο δεν κατέγραψε την παρουσία του στο Πολυτεχνείο. Ποτέ κανένας επισήμως δεν έμαθε το όνομα του νεαρού που φαίνεται να πέφτει κάτω από τις ερπύστριες του τεθωρακισμένου κρατώντας την ελληνική σημαία. Σαν ο ίδιος να ήθελε μ’ αυτή την πτώση, το χάσιμό του κάτω από το τανκ να κλείσει τη μικρή «επαναστατική» του ιστορία.

Σαν να επεδίωκε όλοι αυτοί που «εισέπραξαν» το αντίτιμο της συμμετοχής τους στα γεγονότα του Νοεμβρίου να τον θεωρούν «νεκρό».

Ο Γιώργος Κηρύκου ζούσε όλα αυτά τα χρόνια μετά το Πολυτεχνείο από τα λίγα λεφτά που έβγαζε από μαθήματα κιθάρας, από κάποιες πρόσκαιρες δουλειές στην Αθήνα και από το μπάρκο του ­ στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ­ σε γκαζάδικα.

Το όνομά του στον κατάλογο των 13 νεκρών του τραγικού περιστατικού της Ικαρίας, όπου έμενε δίπλα στη μητέρα του για πολλά χρόνια, δεν σήμαινε σε κανέναν τίποτε. Κανένας δεν μπορούσε να γνωρίζει το τερτίπι της μοίρας. Η αλληλεγγύη στον αγώνα των φοιτητών η ίδια που καθόριζε όλες τις επιλογές του, ακόμη και τη μοιραία, την τελευταία. Δεν είχε επιτρέψει σε κανέναν, παρά μόνο σε λίγους συγγενείς και φίλους, να γνωρίζει, να θρηνήσει, να καταλάβει.

Να γνωρίζει την ιστορία του ήρωα δίχως ταυτότητα. Του συμβόλου της «άγνωστης» γενιάς του Πολυτεχνείου.

Ο πατέρας του Γιώργου, που δούλευε σε μια χαρτοβιομηχανία, πέθανε το 1970 από πνευμονία στέλνοντάς τον από τα 16 χρόνια του στον αγώνα για το μεροκάματο. Η μάνα του έφυγε για την Ικαρία όπου ήταν το πατρικό της σπίτι και ο Γιώργος για να βοηθήσει όλους δούλευε σε οικοδομές, ελαιοχρωματιστής, κλητήρας σε διάφορες εταιρείες. Μόνο αποκούμπι η κιθάρα του, οι μπαλάντες που δημιουργούσε και τραγουδούσε στον λίγο ελεύθερο χρόνο του.

«Ο Γιώργος το μόνο που ήξερε ήταν να αγωνίζεται. Με τον πιο αγνό τρόπο. Για τα ιδανικά του. Χωρίς να πουλάει τίποτε» θυμάται η αδελφή του Κωνσταντίνα, που εξακολουθεί να ζει στη γειτονιά όπου μεγάλωσε. Το άλλο κορίτσι, η Ολγα, ζει στην Πετρούπολη, ο ένας αδελφός του, ο Θόδωρος, στο Μενίδι και ο Φώτης μόνιμα στην Αυστραλία.

Ο αγώνας για την ελευθερία μα και η αγάπη του για μια φοιτήτρια, τη Μαρία, που έχασε μέσα στη δίνη των γεγονότων, τον έφεραν στα 19 του χρόνια στο Πολυτεχνείο.

«Τον θυμάμαι συνέχεια πάνω στην πύλη, να κρατάει τη σημαία, να φωνάζει συνθήματα. Ηταν με μια παρέα φίλων από την Ικαρία και γειτονόπουλων από τα Λιόσια. Δεν ήταν στο μπλοκ των φοιτητών, δεν γνώριζε κανέναν, όμως αυτό δεν τον εμπόδισε να είναι μαχητικός, να παρασέρνει τους υπόλοιπους» ξαναφέρνει στη μνήμη της η Θάλεια Φράγκου, φοιτήτρια τότε της ΑΣΟΕΕ, που καταγόταν από την Ικαρία και ήξερε τον Γιώργο.

Ο Γιώργος Κηρύκου κατέρρευσε μπροστά στα μάτια της. Εκείνη στεκόταν λίγα βήματα πιο πίσω. Χαθήκανε. Η Θάλεια οδηγήθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα του Γκύζη και βασανίστηκε. Ο Γιώργος κρατήθηκε ένα μήνα στο ΚΕΒΟΠ και στην ΕΣΑ, όπου ξυλοκοπήθηκε δίχως έλεος.

«Δεν ξέραμε πού βρισκόταν. Οταν πήγαμε στο Χαϊδάρι, μας είπαν ότι δεν είχαν κανένα κρατούμενο με το όνομα αυτό. Οταν ήλθε σπίτι μας, τα ρούχα του ήταν γεμάτα αίματα. Τον χτυπούσαν με δύναμη στο στομάχι και αυτό του δημιούργησε χρόνιο πρόβλημα υγείας. Το στομάχι του τον βασάνιζε ως το τέλος» θυμάται με δυσκολία και με πνιγμένη φωνή η μητέρα του κυρία Χρύσα Κηρύκου.

Ο Γιώργος μόλις συνήλθε γύρισε στη δουλειά. Ποτέ δεν θέλησε να δημοσιοποιήσει οτιδήποτε, να αναδείξει τον ρόλο του στα γεγονότα του Νοέμβρη. Ποτέ δεν πέρασε από το «γκισέ» της δημοσιότητας να εισπράξει κάτι.

«Γνωρίζω ότι υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που συμμετείχαν στα γεγονότα του Πολυτεχνείου και δεν εμφανίζονται πουθενά. Τον Κηρύκου δεν τον ήξερα, ούτε ότι ήταν αυτός που έπεσε μπροστά στο τανκ. Δεν ήξερα ποιο ήταν αυτό το άτομο. Στο βιβλίο μου υπάρχουν πολλά κενά…» αναφέρει ο κ. Δημήτρης Φύσσας, συγγραφέας του βιβλίου «Η Γενιά του Πολυτεχνείου» όπου συγκεντρώνει πληροφορίες από τα πάσης φύσεως αρχεία και έχει κατάλογο χιλιάδων συμμετεχόντων στα γεγονότα της 17ης Νοεμβρίου 1973.

* Ο αλτρουισμός και η αυτοθυσία

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ο Γιώργος, αφού τελείωσε το στρατιωτικό του, μπαρκάρισε. Το καράβι έπιανε σε όλα τα λιμάνια της Αμερικής. Στη Νέα Υόρκη γνώρισε μια κοπέλα από το Κολοράντο, παντρεύτηκαν και έμεινε εκεί ως το 1983. Επαιζε κιθάρα σε μαγαζιά της Αστόριας και ζούσαν ανεκτά. Απέκτησε και έναν γιο. Προσπάθησε να έλθει με την οικογένειά του στην Ελλάδα, όμως η γυναίκα του επέστρεψε γρήγορα πίσω, μαζί με το παιδί του. Δούλεψε σε μερικά μπαρ της Αθήνας αλλά τον περισσότερο καιρό έμενε στην Ικαρία, μαζί με τη μητέρα του. Στο νησί παρέδιδε με ελάχιστο αντίτιμο μαθήματα κιθάρας. Οι μαθητές, λόγω του λυρισμού, της γλυκιάς φωνής του, τον φώναζαν «Αλμπάνο». Εμοιαζε και λίγο στον ιταλό τραγουδιστή. Για το Πολυτεχνείο, για την εξέγερση, για την εισβολή του τανκ, για ό,τι ακολούθησε μιλούσε πλέον σπάνια.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έπιανε φωτιά στην Ικαρία, που ο Γιώργος Κηρύκου έτρεχε πρώτος για να βοηθήσει. Ετσι και εκείνο το καλοκαίρι του 1993. Οταν άκουσε ότι στην περιοχή Παναγιά είχε ξεσπάσει φωτιά και είχαν παγιδευθεί τέσσερις γέροντες έτρεξαν με τους φίλους του, τον Δημήτρη Τσαγανό και τον Ηλία Φυσίδα, να τους σώσουν. Τους άρπαξαν στα χέρια και τους μετέφεραν σε άλλο μέρος. Πίστεψαν ότι ήσαν ασφαλείς. Ο αέρας όμως γύρισε ξαφνικά και η φωτιά ήλθε επάνω τους. Εγκλωβίστηκαν. Προσπάθησαν να σώσουν τους γέροντες. Κάηκαν όλοι.

Τα τρία παιδιά τιμήθηκαν από την Ακαδημία για την αυτοθυσία τους.

«Οχι αδέλφια, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό».

Το ανέμισμα της σημαίας, το μάγκωμα της ερπύστριας δίπλα από το κορμί του, τα βογκητά από τον ξυλοδαρμό, τα λόγια της δικής τους γενιάς στο ικαριώτικο καφενείο, η γλυκιά μελωδία της μπαλάντας του, το πύρινο αγκάλιασμα, το τέλος, η παντοτινή σιωπή.
Β. Γ. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ

Το Βήμα

www.nikaria.gr

Είναι μια απ οτισ άγνωστες ισορίες ανθρώπων που στάθηκαν απέναντι στην ζωή, στις ιδέες, τις αξίες, τα ιδανικά μέχρι το τέλος, δεν έβγαλαν σε πληστειριασμό στο παζάρι των αργυροαμοιβών

τον αγώνα τους . Θα προσπαθήσω να μιλήσω ψάχνοντας για αυτούς βρίσκοντας ότι μπορεί να βρεθεί, οι άγνωστοι ήρωες.

Στα 19 ανέμιζε τη γαλανόλευκη στο Πολυτεχνείο, στα 38 χάθηκε στις φλόγες στην καταστροφική πυρκαγιά της Ικαρίας, το 1993

ΝΥΧΤΑ 17ης Νοεμβρίου 1993… Το εκτυφλωτικό φως των εισβολέων «δείχνει τον δρόμο» στο τεθωρακισμένο. Διαβολικοί ήχοι από τις μηχανές και τις ερπύστριες των τανδς. Κλαγγές όπλων. Μετά το νεύμα του αξιωματικού, η … εισβολή.
Αυτός σκαρφαλωμένος στην κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου ανεμίζει την ελληνική σημαία και φωνάζει, «οχι, αδέρφια, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό».
Μαζί με την πόρτα του Πολυτεχνείου, όλα γκρεμίστηκαν μέσα του, έγιναν συντρίμμια. Ποτέ όμως δεν φοβήθηκε για την τύχη του. Γνώριζε καλά πως χρειαζόταν αγώνας για το ταξίδι που τελειωμό δεν είχε. Αγώνας κι αγωνία για τη ζωή, που μας ξεπερνάει και συνεχίζεται… Το όνομά του: Γιώργος Κηρύκου!!
Είναι ένας από τους αφανείς ήρωες του Πολυτεχνείου. Αυτός συνέχισε, επέζησε, συνελήφθη, βασανίστηκε, αποσύρθηκε, σιώπησε και δύο δεκαετίες μετά την εξέγερση κάηκε στην καταστρεπτική φωτιά της Ικαρίας, το 1993, στην προσπάθειά του να απεγκλωβίσει από τον πύρινο κλοιό μια γερόντισσα που κουβαλούσε στην πλάτη του. Μία ακόμη θυσία…

Κυνηγώντας το όνειρο

Ο 38χρονος Γιώργος Κηρύκου, ένα από τα πέντε παιδιά μιας φτωχής οικογένειας από την Ικαρία, είχε επιλέξει τον δρόμο της φωτιάς ως το τέλος.
Η επανάσταση δεν ήταν κάτι που γινόταν έξω απ’ αυτόν. Η μικρότερη αδελφή του, Όλγα, μόλις 11 ετών τότε, θυμάται τον Γιώργο να λέει με υπερηφάνεια: «αντε ν’ αστράψει το όραμα, να φωτιστεί η ύπαρξή μας, μπας και πάρει φωτιά ο κόσμος».
Παλικαράκι 18 ετών, με ένα σακίδιο στον ώμο και με λιγοστά χρήματα, έφυγε από το νησί για να κυνηγήσει το όνειρο στη μεγαλούπολη. Οικοδομή, ελαιοχρωματιστής, ήταν μερικές από τις δουλειές που έκανε εκείνον τον καιρό. Το όνειρό του όμως και η μεγάλη του αγάπη ήταν η κιθάρα. Του άρεσε να φτιάχνει στιχάκια και να τραγουδάει για τους ανθρώπους, για τη ζωή, για το άγνωστο αύριο που ξημερώνει.
Ο αρραβώνας του με μια φοιτήτρια, τη Μαρία, που έχασε μέσα στη δίνη των γεγονότων, τον έφεραν στα 19 του χρόνια στο Πολυτεχνείο.
«Δεν άρεσε στον αδερφό μου να μιλάει για το Πολυτεχνείο, γιατί θεωρούσε ότι δεν είχε κάνει κάτι σημαντικό», αναφέρει η 42χρονη, σήμερα, αδελφή του Όλγα και συνεχίζει, «δεν είχε πάει ποτέ σε επέτειο εορτασμού του. Την ώρα που μπήκαν μέσα τα τανκς, αυτός ήταν κρεμασμένος πάνω στην κολόνα και κρατούσε την ελληνική σημαία. ‘Αρχισε να τρέχει μαζί με άλλους και, όπως μου είχε πει, κρύφτηκε σ’ έναν φωταγωγό. Τον έπιασαν όμως και φυλακίστηκε για έναν μήνα στο Χαϊδάρι. Οι βασανιστές του τον χτυπούσαν ανελέητα, τα ρούχα του ήταν ποτισμένα από το αίμα, αλλά ο Γιώργος άντεξε. Η μητέρα μου είχε τρελαθεί, έκλαιγε και έλεγε συνέχώς ‘χάθηκε το παιδί μου’. Οι μέρες περνούσαν και οι ελπίδες εξανεμίζονταν, ώσπου ένα γράμμα της Μαρίας έφερε ξανά στο σπίτι μας τη χαρά. Ο Γιώργος ήταν ζωντανός. Μέσω ενός φαντάρου ο αδελφός μου επικοινώνησε με την αγαπημένη του και λίγες μέρες μετά είχε αποφυλακιστεί», θυμάται η Όλγα.

Σε Βραζιλία και ΗΠΑ

Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να συνέλθει από τον ξυλοδαρμό και το σοκ που είχε υποστεί ο Γιώργος. Ποτέ όμως δεν θέλησε να δημοσιοποιήσει οτιδήποτε για την ιστορία του Πολυτεχνείου. Λίγους μήνες μετά μπαρκάρισε λόγων των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε και ταξίδεψε μέχρι τη μακρινή Βραζιλία. Γύρισε όμως γρήγορα, αφού ήταν παράνομος και δεν είχε κανένα χαρτί μαζί του. Έμεινε για λίγο στην Αθήνα και ύστερα έφυγε για την Αμερική, όπου γνώρισε μία κοπέλα από το Κολοράντο, παντρεύτηκε απέκτησε κι έναν γιο κι έμεινε εκεί δέκα χρόνια. Έπαιζε κιθάρα σε μαγαζιά της Αστόριας.
«Έκανε αυτό που αγαπούσε», αναφέρει η 42χρονη Όλγα.
«Χώρισε όμως με τη γυναίκα του και το ’87 επέστρεψε στην Ικαρία και έμεινε μαζί με τη μητέρα μας, όπου έφτιαξε ξανά τη ζωή του κι έκανε έναν δεύτερο γάμο με τη Φανή». Στο νησί παρέδιδε μαθήματα κιθάρας. Το παρατσούκλι του ήταν «Αλμπάνο» κι όλο το χωριό έτσι τον αποκαλούσε.

ΟΛΑ στη ζωή του Γιώργου κυλούσαν ομαλά, ώσπου το καλοκαίρι του 1993 θα γραφόταν ο τραγικός επίλογος. Όταν άκουσε ότι στην περιοχή Παναγιά είχε ξεσπάσει φωτιά και είχαν παγιδευτεί τέσσερις γέροντες, έτρεξε με τους φίλους του, τον Δημήτρη Τσαγανό και τον Ηλία Φυσανίδα, να τους σώσουν. Τους μετέφεραν σε άλλο μέρος, πιστεύοντας ότι ήταν ασφαλείς.
Ο αέρας όμως γύρισε ξαφνικά και η φωτιά ήρθε επάνω τους. Εγκλωβίστηκαν και κάηκαν όλοι. «Είμαι υπερήφανη για τον αδελφό μου», λέει συγκινημένη η Όλγα.
«Για μας ο Γιώργος ζει, δεν έχει πεθάνει. Μιλάω γι αυτόν συνεχώς στα δυο μου παιδιά. Η γλύκα του συναισθήματος και η τρυφεράδα του γεννάει τη μνήμη και το όνειρο. Μπορεί να συντρίψει και την πιο σκληρή πραγματικότητα. Η αγάπη μας γι αυτόν γεμίζει τα κενά της απώλειάς του», προσθέτει η 42χρονη Όλγα.

ΜΑΡΙΝΑ ΖΙΩΖΙΟΥ (Εφημερίδα «Εθνος» 14/11/2004)¨

για την μεταφορά μαραδό

Υ.Γ.όταν μιλήσουμε στα σχολεία για αυτόν τον άνθρωπο τότε η κοινωνία θα φωτίσει …

Αύριο Φώς

Posted on Updated on

Την νύχτα της Πρωτομαγιάς του 76 ο Παναγούλης σκοτώθηκε σε «ύποπτο» τροχαίο δυστύχημα στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης.

pana1.jpg

                                                                                 Αύριο Φώς

Γέλια ζωής
Χαρές μακρυνές
Σκέψεις αγάπης
Στιγμές φωτεινές

Ελπίδες θρεμμένες
Πίστης δουλειά
Μνήμες κρυμμένες
Πόνου Φωτιά

Λεύτερη σκέψη
Δούλο κορμί
Θλιμμένη όψη
Χαρούμενη ορμή

Τέτοιο σημάδι
Αγώνα αδελφός
Τώρα σκοτάδι
Αύριο φώς

Αλέκος Παναγούλης

φωτογραφίες που αξίζει να δείτε…

Posted on Updated on

Έκθεση φωτογραφίας στο  Μουσείο Μπενάκη Κτήριο Οδού Πειραιώς με θέμα :

Κώστας Μπαλάφας
Το Αντάρτικο στην Ήπειρο, 1941-1944

«»Ο Κώστας Μπαλάφας συγκαταλέγεται ανάμεσα στους κορυφαίους Έλληνες εκπροσώπους της ανθρωπιστικής φωτογραφίας κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Το έργο του αφιερωμένο στον απλό άνθρωπο του μόχθου και ιδιαίτερα στους κατοίκους των απομακρυσμένων χωριών της Ηπείρου, έχει προβληθεί επανειλημμένα τα τελευταία 20 χρόνια μέσα από εκθέσεις και εκδόσεις.»»

περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα του Μουσείου Μπενάκη
και μια εξαιρετική συνέντευξη του που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Φωτογράφος», τ. 59 στην ιστοσελίδα  Αριστερό Βήμα

η διάρκεια της Έκθεσης είναι μέχρι της 30/4/2011

Ποιός ξέρει , θα ‘παν, τι λογής χρόνους θα ΄ρθουν, πως θα εξελιχθούν τα πράγματα σ’ αυτά τα χώματα , αν δεν βρεθεί η Ελλάδα εξανδραποδισμένη, σκλάβα, μέσα στης δουλείας τα σκοτάδια…

Posted on

σε ετούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει....symbol-σύμβολο

” …….Καθισμένοι ο ένας κοντά στον άλλο πάνω σε μια μεγάλη

πέτρα, κοιτάζουνε από το ύψος του βουνού την πολυάνθρωπη πρωτεύουσα, παρακολουθούν την νύχτα που ζυγώνει, που απλώνεται, που σιγά σιγά κυριαρχεί.Τα σύννεφα που ’δε πριν λίγο η Διονυσία έχουν διαλύσει, έχουν χαθεί,ο νοτιάς που φυσάει καθάρισε της Αθήνας την ατμόσφαιρα, έδιωξε την βρώμα και τα καυσαέρια, εδώ και εκεί πάνω στον ουρανό έχουν φανερωθεί τα άστρα. Μερικά μέτρα από την πλατωσιά ξασπρίζουν του πανάρχαιου λατομείου τα βράχια.

Αργά, ήρεμα, λες και αναθυμάται λέξη την λέξη, φράση την φράση κάποιο μισοξεχασμένο παραμύθι, η Διονυσία εξηγεί στον Ανέστη ότι από εδώ περνούσαν την αρχαία εποχή τα μεγάλα τετράτροχα κάρα που κουβαλούσαν το πεντελικό μάρμαρο στην Αθήνα. Δούλευαν οι λοτόμοι σκυλίσια, μέρα και νύχτα, οι εργάτες αγκομαχούσαν, οι επιστάτες έβριζαν και τιμωρούσαν σκληρά άμα καθυστερούσε η δουλειά, όταν ανακάλυπταν κάποιον να ‘χε κάπου μουλώξει και να κάνει λούφα. Καμία φορά, πάνω στην βράση του μόχθου, τα ντιντινίσματα και οι χτύποι από τους λοστούς , τα καλέμια και τα σφυριά έσμιγαν με καλπασμούς αλόγων π’ αντηχούσαν σε όλη την πλαγιά, φανερώνονταν μαντατοφόροι από την πόλη της Παλλάδας , έφερναν μηνύματα. Την μία φορά ο Ικτίνος απειλούσε τον αρχιεπιστάτη του λατομείου πως αν δεν προχωρούσαν γρήγορα τα έργα, θα τον κατάγγελνε στις Αρχές για να του αφαιρέσουν την εργολαβία, την άλλη έκαναν παράπονα ο Φειδίας, ο Καλλικράτης, η ο Μνησικλής. Άλλοτε πάλι οι μαντατοφόροι εξηγούσαν ότι ο Περικλής είχε μπλέξει άσχημα με την εκκλησία του Δήμου και πως ο λαός δεν ήξερε τι ήθελέ, άλλαζε γνώμη από την μία στιγμή στη άλλη. Μερικοί ρήτορες έλεγαν ότι τα έργα της Ακρόπολης καθυστερούσαν αδικαιολόγητα η πως σπαταλιόνταν αστόχαστα το δημόσιο χρήμα , άλλοι τα ‘βαζαν με τους αρχιτέκτονες, τους κατηγορούσαν για αισχροκέρδεια, απειλούσαν να τους καθίσουν όλους μαζί στο σκαμνί, ότι θα ‘στελναν και τον ίδιο τον Περικλή εξορία ή θα τον εγκαλούσαν για να δώσει λόγο για τις ατασθαλίες του μπροστά στην Ηλιαία.

Μια μέρα, διηγιέται η Διονυσία, βλέποντας που οι Αθηναίοιέχαναν για τα καλά την υπομονή τους κι ότι κινδύνευαν να πάνε όλοι οι κόποι στράφι, ο γιος του Ξάνθιππου καβαλίκεψε ένα άτι και πήγε ο ίδιος στην Πεντέλη, έδωσε διαταγή στον αρχιεπιστάτη να πει στους λοτόμους και σε όλη την εργατιά να σταματήσουν την δουλειά και να συγκεντρωθούν σε τούτη την πλατωσιά για να τους μιλήσει. Εκείνος κρέμασε τα μούτρα. Που ’χε ξανακουστεί, εξήγησε στον Περικλή, να βγάζει λόγο στους δούλους και στην πλέμπα ο ηγέτης της μεγαλύτερης και της πιο δοξασμένης ελληνικής πόλης; Μονάχα ο βούρδουλας θα ΄ταν ικανός να φέρει σε λογαριασμό τον άξεστο και ακαμάτη λαό, να τον βάλει θέλει δεν θέλει στο σωστό δρόμο. « Η δημοκρατία, γιε του Ξάνθιππου » ,είπε ο αρχιεπιστάτης, «δεν ταιριάζει με τον χαρακτήρα όλων των ανθρώπων, δεν βγαίνει πάντα καλό αποτέλεσμα με την συζήτηση και την πειθώ, όταν αφήνεις ελεύθερο τον κόσμο να κάνει ότι θέλει , κατά την κρίση του, σήμερα ετούτο και αύριο το άλλο, την μια μέρα να θεμελιώνει και να χτίζει, την άλλη να παίρνει τ’ αξίνι και ν’ αρχίζει το γκρέμισμα.»

Όμως ο Περικλής δεν τον άκουσε, λέει η Διονυσία, μάζεψε τους λοτόμους και τους μίλησε για την μεγάλη αποστολή της Αθήνας , για της Ακρόπολης τα έργα και γα τον Παρθενώνα, τους εξήγησε πως με κανένα τρόπο δεν έπρεπε να καθυστερήσει ή να μείνει στην μέση αυτή η δουλειά . Από την εποχή του Πεισίστρατου , είπε ο Περικλής, οι φωτισμένοι άνθρωποι της Αθήνας κατάλαβαν ότι η πόλη της Παλλάδας δεν πορευότανε μονάχη της στην Ιστορία, αλλά τραβούσε πίσω της ολάκερη Ελλάδα, είχαν μαντέψει σωστά οτι οι καιροί άλλαζαν, ψυχανεμίζονταν ότι αργά ή γρήγορα θα πλάκωναν βάρβαροι από την Ασία. Γι’ αυτό κι έστρωσαν στη δουλειά εκατοντάδες γραμματικούς και γραφιάδες, τους έβαλάν να καταγράψουν του Ομήρου τα έπη, χιλιάδες στίχους από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια.

Ποός ξέρει , θα ‘παν, τι λογής χρόνους θα ΄ρθουν, πως θα εξελιχθούν τα πράγματα σ’ αυτά τα χώματα , αν δεν βρεθεί η Ελλάδα εξανδραποδισμένη, σκλάβα, μέσα στης δουλείας τα σκοτάδια…Καλού κακού ας πάρουμε τα μέτρα μας. Καλή και άγια η μνήμη του ανθρώπου , αλλά ας μην της έχουμε και μεγάλη εμπιστοσύνη. Ποιός ξέρει τι μπορεί να συμβεί αργότερα…Να λοιπόν γιατί , είπε ο Περικλής στους λατόμους και τους εργάτες που ‘χαν μαζευτεί, πρέπει να τελειώσουμε γρήγορα την Ακρόπολη και τα έργα .Για να αφήσουμε κι άλλα, όσα γίνεται περισσότερα αχνάρια από την ύπαρξη μας , από τις προσπάθειές μας και τους αγώνες μας ,από τα οράματά μας. Κάτι με τα γραφτά μας, κάτι με όλα τούτα τα έργα, δεν θα πάει χαμένο το πέρασμά μας από τον κόσμο.

Ο Ανέστης σαλεύει το κεφάλι του:

-Λες να μείνει τίποτα, Διονυσία, από το δικό μας πέρασμα;

-Ναι, το κάναμε, Ανέστη.

-Πως είσαι τόσο βέβαιη;

Με μια αργή χειρονομία η Διονυσία δείχνει την πλαγιά της Πεντέλης που ‘ναι βυθισμένη στο σκοτάδι:

-Μα δεν ακούς γύρω μας τη σιωπή; Δε βλέπεις που ‘μαστε ολομόναχοι μέσα σ’ αυτή την ερημιά; “

Υ.Γ. από το βιβλίο του Άρη Φακίνου «Κλεμμένη ζωή»

από τις εκδόσεις Καστανιώτη

 

ένας πραγματικός ήρωας!

Posted on Updated on

Το όνομά του: Γιώργος Κηρύκου!!

Είναι μια απο τις άγνωστες ιστορίες ανθρώπων που στάθηκαν απέναντι στην ζωή, στις ιδέες, τις αξίες, τα ιδανικά μέχρι το τέλος, δεν έβγαλαν σε πληστειριασμό στο παζάρι των αργυροαμοιβών

τον αγώνα τους . Θα προσπαθήσω να μιλήσω ψάχνοντας για αυτούς βρίσκοντας ότι μπορεί να βρεθεί, οι άγνωστοι ήρωες.

Στα 19 ανέμιζε τη γαλανόλευκη στο Πολυτεχνείο, στα 38 χάθηκε στις φλόγες στην καταστροφική πυρκαγιά της Ικαρίας, το 1993

ΝΥΧΤΑ 17ης Νοεμβρίου 1993… Το εκτυφλωτικό φως των εισβολέων “δείχνει τον δρόμο” στο τεθωρακισμένο. Διαβολικοί ήχοι από τις μηχανές και τις ερπύστριες των τανδς. Κλαγγές όπλων. Μετά το νεύμα του αξιωματικού, η … εισβολή.
Αυτός σκαρφαλωμένος στην κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου ανεμίζει την ελληνική σημαία και φωνάζει, “οχι, αδέρφια, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό”.
Μαζί με την πόρτα του Πολυτεχνείου, όλα γκρεμίστηκαν μέσα του, έγιναν συντρίμμια. Ποτέ όμως δεν φοβήθηκε για την τύχη του. Γνώριζε καλά πως χρειαζόταν αγώνας για το ταξίδι που τελειωμό δεν είχε. Αγώνας κι αγωνία για τη ζωή, που μας ξεπερνάει και συνεχίζεται… Το όνομά του: Γιώργος Κηρύκου!!
Είναι ένας από τους αφανείς ήρωες του Πολυτεχνείου. Αυτός συνέχισε, επέζησε, συνελήφθη, βασανίστηκε, αποσύρθηκε, σιώπησε και δύο δεκαετίες μετά την εξέγερση κάηκε στην καταστρεπτική φωτιά της Ικαρίας, το 1993, στην προσπάθειά του να απεγκλωβίσει από τον πύρινο κλοιό μια γερόντισσα που κουβαλούσε στην πλάτη του. Μία ακόμη θυσία…

Κυνηγώντας το όνειρο

Ο 38χρονος Γιώργος Κηρύκου, ένα από τα πέντε παιδιά μιας φτωχής οικογένειας από την Ικαρία, είχε επιλέξει τον δρόμο της φωτιάς ως το τέλος.
Η επανάσταση δεν ήταν κάτι που γινόταν έξω απ’ αυτόν. Η μικρότερη αδελφή του, Όλγα, μόλις 11 ετών τότε, θυμάται τον Γιώργο να λέει με υπερηφάνεια: “αντε ν’ αστράψει το όραμα, να φωτιστεί η ύπαρξή μας, μπας και πάρει φωτιά ο κόσμος”.
Παλικαράκι 18 ετών, με ένα σακίδιο στον ώμο και με λιγοστά χρήματα, έφυγε από το νησί για να κυνηγήσει το όνειρο στη μεγαλούπολη. Οικοδομή, ελαιοχρωματιστής, ήταν μερικές από τις δουλειές που έκανε εκείνον τον καιρό. Το όνειρό του όμως και η μεγάλη του αγάπη ήταν η κιθάρα. Του άρεσε να φτιάχνει στιχάκια και να τραγουδάει για τους ανθρώπους, για τη ζωή, για το άγνωστο αύριο που ξημερώνει.
Ο αρραβώνας του με μια φοιτήτρια, τη Μαρία, που έχασε μέσα στη δίνη των γεγονότων, τον έφεραν στα 19 του χρόνια στο Πολυτεχνείο.
“Δεν άρεσε στον αδερφό μου να μιλάει για το Πολυτεχνείο, γιατί θεωρούσε ότι δεν είχε κάνει κάτι σημαντικό”, αναφέρει η 42χρονη, σήμερα, αδελφή του Όλγα και συνεχίζει, “δεν είχε πάει ποτέ σε επέτειο εορτασμού του. Την ώρα που μπήκαν μέσα τα τανκς, αυτός ήταν κρεμασμένος πάνω στην κολόνα και κρατούσε την ελληνική σημαία. ‘Αρχισε να τρέχει μαζί με άλλους και, όπως μου είχε πει, κρύφτηκε σ’ έναν φωταγωγό. Τον έπιασαν όμως και φυλακίστηκε για έναν μήνα στο Χαϊδάρι. Οι βασανιστές του τον χτυπούσαν ανελέητα, τα ρούχα του ήταν ποτισμένα από το αίμα, αλλά ο Γιώργος άντεξε. Η μητέρα μου είχε τρελαθεί, έκλαιγε και έλεγε συνέχώς ‘χάθηκε το παιδί μου’. Οι μέρες περνούσαν και οι ελπίδες εξανεμίζονταν, ώσπου ένα γράμμα της Μαρίας έφερε ξανά στο σπίτι μας τη χαρά. Ο Γιώργος ήταν ζωντανός. Μέσω ενός φαντάρου ο αδελφός μου επικοινώνησε με την αγαπημένη του και λίγες μέρες μετά είχε αποφυλακιστεί”, θυμάται η Όλγα.

Σε Βραζιλία και ΗΠΑ

Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να συνέλθει από τον ξυλοδαρμό και το σοκ που είχε υποστεί ο Γιώργος. Ποτέ όμως δεν θέλησε να δημοσιοποιήσει οτιδήποτε για την ιστορία του Πολυτεχνείου. Λίγους μήνες μετά μπαρκάρισε λόγων των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε και ταξίδεψε μέχρι τη μακρινή Βραζιλία. Γύρισε όμως γρήγορα, αφού ήταν παράνομος και δεν είχε κανένα χαρτί μαζί του. Έμεινε για λίγο στην Αθήνα και ύστερα έφυγε για την Αμερική, όπου γνώρισε μία κοπέλα από το Κολοράντο, παντρεύτηκε απέκτησε κι έναν γιο κι έμεινε εκεί δέκα χρόνια. Έπαιζε κιθάρα σε μαγαζιά της Αστόριας.
“Έκανε αυτό που αγαπούσε”, αναφέρει η 42χρονη Όλγα.
“Χώρισε όμως με τη γυναίκα του και το ‘87 επέστρεψε στην Ικαρία και έμεινε μαζί με τη μητέρα μας, όπου έφτιαξε ξανά τη ζωή του κι έκανε έναν δεύτερο γάμο με τη Φανή”. Στο νησί παρέδιδε μαθήματα κιθάρας. Το παρατσούκλι του ήταν “Αλμπάνο” κι όλο το χωριό έτσι τον αποκαλούσε.

ΟΛΑ στη ζωή του Γιώργου κυλούσαν ομαλά, ώσπου το καλοκαίρι του 1993 θα γραφόταν ο τραγικός επίλογος. Όταν άκουσε ότι στην περιοχή Παναγιά είχε ξεσπάσει φωτιά και είχαν παγιδευτεί τέσσερις γέροντες, έτρεξε με τους φίλους του, τον Δημήτρη Τσαγανό και τον Ηλία Φυσανίδα, να τους σώσουν. Τους μετέφεραν σε άλλο μέρος, πιστεύοντας ότι ήταν ασφαλείς.
Ο αέρας όμως γύρισε ξαφνικά και η φωτιά ήρθε επάνω τους. Εγκλωβίστηκαν και κάηκαν όλοι. “Είμαι υπερήφανη για τον αδελφό μου”, λέει συγκινημένη η Όλγα.
“Για μας ο Γιώργος ζει, δεν έχει πεθάνει. Μιλάω γι αυτόν συνεχώς στα δυο μου παιδιά. Η γλύκα του συναισθήματος και η τρυφεράδα του γεννάει τη μνήμη και το όνειρο. Μπορεί να συντρίψει και την πιο σκληρή πραγματικότητα. Η αγάπη μας γι αυτόν γεμίζει τα κενά της απώλειάς του”, προσθέτει η 42χρονη Όλγα.

ΜΑΡΙΝΑ ΖΙΩΖΙΟΥ (Εφημερίδα “Εθνος” 14/11/2004)¨

για την μεταφορά μαραδό

Υ.Γ.όταν μιλήσουμε στα σχολεία για αυτόν τον άνθρωπο τότε η κοινωνία θα φωτίσει …

Μέρες που είναι, ας περπατήσουμε στο Γιοφύρι της Πλάκας…

Posted on Updated on

Γιοφύρι Πλάκας

Γιοφύρι Πλάκας

Γιοφύρι Πλάκας

(με ένα κλικ στην φωτογραφια διαβάζετε την ιστορία του Γεφυρίου της Πλάκας)

Λούρος ποταμός-Ηπειρος
Το γιοφύρι της Πλάκας ,έργο Τζουμερκιωτών μαστόρων ,χτίστηκε το 1866 ,πρωτομάστορας ο Κων/νος Μπέκας .Υπήρξε σύνορο Ελλάδος -Τουρκίας 1888-1912 ,υπήρξε σύνορο ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ 1943-1944

(οι φωτογραφίες είναι του Θάνου Τσιμέκα)

περί πραγματικών καπεταναίων

Posted on Updated on

Δευτέρα 17 Μαΐου 2010, ώρα 19:00,
στο Πολεμικό Μουσείο Αθηνών.

Παρουσίαση του βιβλίου
«Ναύαρχος Νίκος Παππάς. Το Βέλος στην καρδιά της δικτατορίας»,
εκδόσεις Αφοι Μπατσιούλα.
Κωστής Γκορτζής

Louis the Greek

Posted on Updated on

Μέρες που είναι ,μέρες που έρχονται ας θυμηθούμε τον Λούη Τίκα…

Διαβάστε :

A . 120χρόνια πριν…95 χρόνια πριν ….

Διαβάστε:

B. Μια σταγόνα ιστορία: Τα έβαλε με τον Ροκφέλερ, έπεσε νεκρό

Έρχεται το “Βέλος”

Posted on

Το Βιβλίο του Κώστα Γκορτζή κυκλοφορεί στο τέλος του μήνα Μάρτη απο τις εκδόσεις N&Σ. ΜΠΑΤΣΙΟΥΛΑΣ
Ο συγγραφέας έζησε αυτό το σημαντικό κομμάτι της ιστορίας μας και το αφηγείται . Όπως μας πληροφορεί ο Πάνος Ζέρβας ,σημαντικά κομμάτια υπάρχουν στο ιστολόγιο του συγγραφέα http://pitylos.blogspot.com/ .
πηγή:Η καλύβα ψηλά στο βουνό

35 χρόνια μετά…

Posted on Updated on

3208757063_2934561d6d_m

Cavo Greco Κύπρος

στα αυτιά μας δεν σταματά να ηχεί τούτη η φωνή:ο καημός του πρόσφυγα

πρόερχεται απο το χωριό Αυγόρου που ανήκει στα Κοκκινοχώρια της Ν. Α. Κύπρου.Στηρίζεται σε παλιά κυπριακή μελωδία και έχει ύφος θρηνητικό, αφού ο τραγουδιστής «νεκαλιέται»(νοσταλγεί και εκφράζει) παλιότερες ευτυχισμένες στιγμές.πόσο μάλλον που μερικά απο τα Κοκκινοχώρια, σήμερα είναι στα κατεχόμενα εδάφη.Τη φωνή αυτή έκανε γνωστή ο λαικός ποιητής και τραγουδιστής Πιερής πιερέτης στον οποίον ανήκουν και οι περισσότεροι απο τους στίχους.Εδώ τραγουδά ο Χρήστος Σίκκης

και όπως υπενθυμίζει και ο Μαc Manus:
“Η Κύπρος είναι μακρυά” ήτο το δόγμα του Καραμανλή του Πρεσβύτερου…
Αλλά η Κύπρος ΔΕΝ ήτο μακρυά διά τον Κίμωνα το 459 π.Χ.

Υ.Γ.το τραγούδι είναι απο το Αρχείο Ελληνικής Μουσικής ,απο τον δίσκο «Ελληνες Ακρίτες Κύπρος-Cyprus με τον Χρήστο Σίκκη»

Υ.Γ.η φωτογραφία είναι της Μαρίας Καρυστίνου

Ε! ρίζαμ’, ντο να λέγω σας, εμείς όντες εχπάσταμε σ’ ‘σην πατρίδαν να φέβομε για την Ελλάδαν, α τόσον και εσιασίρεψαμ’ τιδέν να παίρω κι’ εγροίξα. Την εικόναν είπα ας παίρω και τα ‘ άγια λείψανα και προστατεύνε μας σα δρόμους. Και με τα ‘εκείνα έρθαμε αδά σην Ελλάδαν και ντο εσύραμε, τα καριπίας, τα εφτωχίας, τα βάσανα!. Ο Θεός μονάχον εξέρει ατά

Posted on Updated on

pontiaki genoktonia

19 Μαίου και πως και γιατί να ξεχάσουμε;(μήπως να ρωτήσουμε τον Τρεμόπουλο και την Ρεπούση;)
Η ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου (1916-1923).
Τριακόσιες πενήντα τρεις χιλιάδες εξοντώθηκαν από το επεξεργασμένο σχέδιο γενοκτονίας. Το μεγαλύτερο μέρος γυναίκες και παιδιά. «Ρίζα μ’ Κωστή, ας απόθανα εγώ κι ας εζήνες εσύ, πουλί μ’».
Ο τόπος του Πόντου που γέννησε πολιτισμό, μεταβλήθηκε σε τόπο εγκλημάτων και τόπο γέννησης προσφύγων…

Ενα τραγούδι λοιπόν για την Ημέρα ,τίποτε άλλο…

Ενα τραγούδι που όταν δεν ήταν νεκρικό μοιρολόι το τραγουδούσαν  συνήθως οι άντρες και εκφράζανε τους καημούς της ζωής. Μοιρολόι σαν αυτό λοιπόντραγουδούσανε και οι γέροντες που δεν μπορούσανε να ακολουθήσουνε τους νέους στον πόλεμο .Γι αυτό το λόγο συνήθως ακολουθούσε η Σέρρα ο Ποντιακός Πυρρίχιος .

ακούμε τον Γιώργο Αμαραντίδη στο τραγούδι και στην λύρα και στο νταούλι τον Γιάννη Ευφραιμίδη :

μοιρολόι-σέρρα

(με ένα κλικ ελάλησε)

Υ.Γ. τα λόγια στον τίτλο είναι τα λόγια μιας χαροκαμένης ποντίας, που έζησε τον ξεριζωμό

ψάχνοντάς τις άλλες δυνάμεις στο ανθρώπινο σώμα εκτός της λογικής…

Posted on Updated on

Μέρες που έρχονται ψάχνοντάς τις άλλες δυνάμεις στο ανθρώπινο σώμα εκτός της λογικής …όχι καθισμένοι στους καναπέδες μας ,μπρός στις οθόνες των υπολογιστών ,πάνω απο τα συγγράματα και τα βιβλία … ,η σημασία  της Επανάστασης της  25ης Μαρτίου του 1821 αποκτά μεγαλύτερη αξία κατα πως θα πούν και οι πολιτικοί άρχοντες του τόπου. ………………………………………………………………………………………………………………

Η λογική της εξέγερσης
του Γιώργου Σταματόπουλου

Οι νέοι ιστορικοί ισχυρίζονται ότι η επανάσταση του 1821 μάλλον κακά έφερε παρά καλά για τη χώρα.

Διότι -λένε- πριν από τον ξεσηκωμό οι κοτζαμπάσηδες και το πατριαρχείο είχαν κατορθώσει να απολαμβάνουν μια οιονεί αυτονομία, οι έμποροι είχαν επικρατήσει και άρα ήταν θέμα χρόνου το ελληνικό στοιχείο να κυριαρχήσει μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία.

Είναι γεγονός ότι αν έλειπαν οι Φιλικοί (πολλά απαξιωτικά έχουν γραφεί -άστοχα- γι’ αυτούς) τίποτε δεν θα γινόταν, παρά το ότι του ξεσηκωμού είχαν προηγηθεί πολλές εξεγέρσεις, που βέβαια πνίγηκαν στο αίμα. Το ’21 όντως διχάζει τη διανόηση. Υπήρχε ελληνική συνείδηση; Υπήρχε ελληνικό έθνος; Πόσοι Ελληνες ήσαν οι κοτζαμπάσηδες και ο κλήρος;

Οι απόψεις διίστανται. Τινές φρονούν ότι με τον τρόπο τους βοήθησαν (με το χρήμα), έτεροι τους καταδικάζουν συλλήβδην. Εντούτοις, με βάση τους ιστορικούς της εποχής όλοι βοήθησαν, εξάλλου απ’ αυτούς ξεκίνησε, στη μυστική Συνέλευση της Βοστίτσας. Ολοι οι μετασχόντες εκπροσωπούσαν την ντόπια πολιτική, οικονομική και θρησκευτική εξουσία και είχαν δίκιο ν’ αμφισβητούν όσα τους έλεγε ο Παπαφλέσσας. Πού θα βρεθούν τα χρήματα; Πού ο στρατός; Πού ο στόλος; Ποιος θα ήταν ο αρχηγός που θα ενέπνεε τον κόσμο και θα τόνωνε το φρόνημά του; Τι να απαντούσε ο Γρηγόρης Δικαίος; Οτι όλα ήσαν φούμαρα; Αρκέστηκε στις φαντασιώσεις, στις υποσχέσεις και σε μεγαληγορίες για δήθεν βοήθεια από τη Ρωσία. Αλλά και οι Φιλικοί είχαν κακή φήμη για άσωτο βίο, ματαιοδοξία και μεγαλόπνοες ανοησίες, όπως και ο Παπαφλέσσας δεχόταν κατηγορίες ότι ήταν πορνόβιος, ασύδοτος, αλαζών.

Τι ήταν λοιπόν αυτό που τελικά έπεισε τους Ελληνες αστούς να ξεσηκωθούν, όσο και αν ήσαν ευνοημένοι από το οθωμανικό καθεστώς; Σ’ αυτό αδυνατούν να απαντήσουν οι νέοι ιστορικοί και οι οπαδοί του ορθολογισμού και απ’ αυτήν ακόμη την Αριστερά. Πεπεισμένοι οι τελευταίοι από την πεποίθηση του Μαρξ ότι είναι καλύτερα για ένα μικρό έθνος να εντάσσεται σε ένα μεγάλο, βλέπουν «στραβά» τον ξεσηκωμό, τους εμφυλίους του, τη βίαιη αποκοπή από την οθωμανική αυτοκρατορία. Πώς να κατανοήσουν το ακατανόητο; Ισως έχουν δίκιο. Ελα όμως που δεν μπορούν να το υποστηρίξουν. Και αυτό γιατί βδελύσσονται τα σπλάχνα, τον θυμό, την άλογη εξέγερση, το πάθος για ελευθερία (το όποιο τέλος πάντων πάθος), το μίσος για την ξένη γλώσσα. Πάντα έτσι ήταν. Και σήμερα τα ίδια πρεσβεύουν απέναντι στην πλανητική, όπως την αποκαλούν, δύναμη των ΗΠΑ.

Αλλά αυτό είναι που χαρακτηρίζει τους Ελληνες, τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα και εντεύθεν. Ζουν διά της αντιστάσεως, όπως περίφημα έχει γράψει ο μεγάλος αριστερός ιστορικός Σβορώνος. Ψιλά γράμματα για τους φωστήρες οπαδούς ενός γενικού και αόριστου Διαφωτισμού. Ουδέποτε θα παραδεχτούν ότι εκτός από τη λογική υπάρχουν κι άλλες δυνάμεις στο ανθρώπινο σώμα που επιβάλλονται κόντρα στην όποια λογική της υποταγής και της αναμονής. Η δύναμη ενός Καραϊσκάκη λ.χ., ενός Ανδρούτσου, ενός Κολοκοτρώνη, που μπορεί να ξεκίνησαν σαν κλέφτες (ή και κατσαπλιάδες) βρέθηκαν όμως κάποια στιγμή, στην κορύφωση του ξεσηκωμού, να κουβαλάνε επάνω τους ολόκληρη την Ελλάδα, το εθνικό φρόνημα, και ας μην είχαν ιδέα τι σημαίνει εθνικό φρόνημα. Το συνειδητοποίησαν όμως μέσα στον αγώνα. Πώς αλλιώς; Αμα δεν μπεις στον χορό, πώς θα χορέψεις; Οι διανοούμενοι είναι για τις καρέκλες τους μόνο· στα δύσκολα σφυρίζουν αδιάφορα ή τρέχουν στους προθαλάμους της εξουσίας. Ουδέποτε θα παραδεχτούν ότι όλα τα μεγάλα κατορθώματα ξεπηδάνε από τη λαϊκότητα, από το μεγαλείο της ψυχής των απλών ανθρώπων.

απο την Ελευθεροτυπία της 21/03/2009

Ο αντιήρωας που δεν γνωρίζουμε…

Posted on Updated on

35 χρόνια μετά….
άκουσα για πρώτη φορά το όνομα του Γιώργου Κυρήκου σήμερα 16 Νοέμβρη του 2008 στην εκπομπή του Σεραφείμ Φυντανίδη στην Νετ ¨Σήμερα Χθές Αύριο΅ απο το στόμα της Ευγενίας Φακίνου.
Ενας αντιήρωας , ένας άνθρωπος που δεν γνωρίζουμε οι περισσότεροι και για αυτό θα πρέπει να ντρεπόμαστε !
Ενα ολόκληρο σύστημα τον αγνοεί, μια ολόκληρη κοινωνία τον αγνοεί ,προφανώς η Στάση Ζωής του Κυρήκου είναι επικίνδυνη  ….

polytexneio

Ας τον γνωρίσουμε λοιπόν συνάνθρωποι………

Απο το ιστολόγιο Το Μεγάλο μας Τσίρκο αντιγράφω:

Η ιστορία του αγωνιστή που κάηκε το 1993 στη φωτιά της Ικαρίας

Μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973, πολλοί εκ των συμμετεχόντων στην εξέγερση έσπευσαν να διεκδικήσουν τις δάφνες για την παρουσία τους, να ζητήσουν στον πολιτικό και κοινωνικό στίβο το «αντίτιμο» για τον ρόλο που είχαν στη σύγκρουση με τις δυνάμεις του δικτατορικού καθεστώτος.

Υπήρξε όμως και ένα πλήθος πρωταγωνιστών των δραματικών γεγονότων ­ κυρίως εκτός του φοιτητικού χώρου ­ που συνειδητά έμειναν στην αφάνεια, που δεν επεδίωξαν να καταγραφούν σε καμιά λίστα «ηρώων του Πολυτεχνείου». Αποφεύγοντας την αποπληρωμή της δημοσιότητας και την απαίτηση «αναγνώρισης» της προσφοράς τους.

Ανθρωποι που, όπως έδωσαν το παρών τον Νοέμβριο του ’73 στο Πολυτεχνείο, έτσι διακριτικά αποχώρησαν. Για πάντα! Εχοντας μόνο την αίσθηση ότι έπραξαν το καθήκον τους. Γι’ αυτούς, για τη δική τους δημοκρατία, για κανένα αντάλλαγμα, για καμιά ίσως καπηλεία.

Η περίπτωση που παρουσιάζει «Το Βήμα», του Γιώργου Κηρύκου, ενός ανθρώπου που πρωτοστάτησε στην εξέγερση, βασανίστηκε στα κρατητήρια της ΕΣΑ και ύστερα φρόντισε να μην «πουλήσει» τίποτε από τις «ημέρες της επανάστασης», είναι συμβολική. Και η ζωή του, η κατοπινή θυσία του, δείγμα της αντίληψής του.
Της γενιάς των «αντιηρώων» του Πολυτεχνείου…

Ο προβολέας του τεθωρακισμένου που στεκόταν μπροστά στην πύλη του Πολυτεχνείου εκείνο το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου 1973 ήταν ο μόνος που φώτισε το πρόσωπό του. Εκείνη τη νύχτα, μα και τα επόμενα χρόνια…

Η στεντόρεια κραυγή «όχι αδέλφια, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό» τη στιγμή που ανέμιζε την ελληνική σημαία σκαρφαλωμένος στην κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου το μοναδικό άκουσμα της ύπαρξής του. Η πρώτη και η τελευταία «δήλωση» ως το απροσδόκητο τέλος…

Το καρέ στο περιώνυμο φιλμ της εισβολής του τεθωρακισμένου στο Πολυτεχνείο, όπου διακρίνεται να καταρρέει και να χάνεται δίπλα από τις ερπύστριες του τανκ, ήταν το τελευταίο που ήθελε να αποτυπώνεται η παρουσία του, ο αγώνας, η προσφορά του. Οπως αυτός τουλάχιστον τη θεωρούσε και τη μετρούσε…

Πιστεύοντας ότι τίποτε δεν χρειαζόταν εξαργύρωση. Μόνο η ίδια του η ζωή χαμένη πάντα σ’ ένα παρανάλωμα.

Ο Γιώργος Κηρύκου, ο άνθρωπος που φαίνεται να «καταπίνει» το στρατιωτικό άρμα όταν εισβάλλει στο Πολυτεχνείο και του οποίου ουδείς γνώριζε για πολλά χρόνια μετά τα γεγονότα του 1973 το όνομά του, επέζησε, συνελήφθη, βασανίστηκε, αποσύρθηκε, σιώπησε, επέλεξε, κάηκε ζωντανός στην καταστρεπτική φωτιά της Ικαρίας το 1993.

Προσπαθώντας να απεγκλωβίσει από τον πύρινο κλοιό μια γερόντισσα που κουβαλούσε στην πλάτη του.

Είκοσι χρόνια μετά, η νέα, η τελευταία θυσία.

Ο 39χρονος Γιώργος Κηρύκου, ένα από τα πέντε παιδιά μιας φτωχής οικογένειας από τα Λιόσια, είχε επιλέξει τον δρόμο της φωτιάς ως το τέλος.

Σαν εκείνη της ψυχής του, που σιγόκαιε τον Νοέμβριο του ’73 για ελευθερία, σαν αυτή που κατέκαιε, που αποψίλωνε, 20 χρόνια μετά, ολόκληρο το νησί…

* Η διαδρομή του αφανούς

Κανένα αρχείο, κανένα βιβλίο δεν κατέγραψε την παρουσία του στο Πολυτεχνείο. Ποτέ κανένας επισήμως δεν έμαθε το όνομα του νεαρού που φαίνεται να πέφτει κάτω από τις ερπύστριες του τεθωρακισμένου κρατώντας την ελληνική σημαία. Σαν ο ίδιος να ήθελε μ’ αυτή την πτώση, το χάσιμό του κάτω από το τανκ να κλείσει τη μικρή «επαναστατική» του ιστορία.

Σαν να επεδίωκε όλοι αυτοί που «εισέπραξαν» το αντίτιμο της συμμετοχής τους στα γεγονότα του Νοεμβρίου να τον θεωρούν «νεκρό».

Ο Γιώργος Κηρύκου ζούσε όλα αυτά τα χρόνια μετά το Πολυτεχνείο από τα λίγα λεφτά που έβγαζε από μαθήματα κιθάρας, από κάποιες πρόσκαιρες δουλειές στην Αθήνα και από το μπάρκο του ­ στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ­ σε γκαζάδικα.

Το όνομά του στον κατάλογο των 13 νεκρών του τραγικού περιστατικού της Ικαρίας, όπου έμενε δίπλα στη μητέρα του για πολλά χρόνια, δεν σήμαινε σε κανέναν τίποτε. Κανένας δεν μπορούσε να γνωρίζει το τερτίπι της μοίρας. Η αλληλεγγύη στον αγώνα των φοιτητών η ίδια που καθόριζε όλες τις επιλογές του, ακόμη και τη μοιραία, την τελευταία. Δεν είχε επιτρέψει σε κανέναν, παρά μόνο σε λίγους συγγενείς και φίλους, να γνωρίζει, να θρηνήσει, να καταλάβει.

Να γνωρίζει την ιστορία του ήρωα δίχως ταυτότητα. Του συμβόλου της «άγνωστης» γενιάς του Πολυτεχνείου.

Ο πατέρας του Γιώργου, που δούλευε σε μια χαρτοβιομηχανία, πέθανε το 1970 από πνευμονία στέλνοντάς τον από τα 16 χρόνια του στον αγώνα για το μεροκάματο. Η μάνα του έφυγε για την Ικαρία όπου ήταν το πατρικό της σπίτι και ο Γιώργος για να βοηθήσει όλους δούλευε σε οικοδομές, ελαιοχρωματιστής, κλητήρας σε διάφορες εταιρείες. Μόνο αποκούμπι η κιθάρα του, οι μπαλάντες που δημιουργούσε και τραγουδούσε στον λίγο ελεύθερο χρόνο του.

«Ο Γιώργος το μόνο που ήξερε ήταν να αγωνίζεται. Με τον πιο αγνό τρόπο. Για τα ιδανικά του. Χωρίς να πουλάει τίποτε» θυμάται η αδελφή του Κωνσταντίνα, που εξακολουθεί να ζει στη γειτονιά όπου μεγάλωσε. Το άλλο κορίτσι, η Ολγα, ζει στην Πετρούπολη, ο ένας αδελφός του, ο Θόδωρος, στο Μενίδι και ο Φώτης μόνιμα στην Αυστραλία.

Ο αγώνας για την ελευθερία μα και η αγάπη του για μια φοιτήτρια, τη Μαρία, που έχασε μέσα στη δίνη των γεγονότων, τον έφεραν στα 19 του χρόνια στο Πολυτεχνείο.

«Τον θυμάμαι συνέχεια πάνω στην πύλη, να κρατάει τη σημαία, να φωνάζει συνθήματα. Ηταν με μια παρέα φίλων από την Ικαρία και γειτονόπουλων από τα Λιόσια. Δεν ήταν στο μπλοκ των φοιτητών, δεν γνώριζε κανέναν, όμως αυτό δεν τον εμπόδισε να είναι μαχητικός, να παρασέρνει τους υπόλοιπους» ξαναφέρνει στη μνήμη της η Θάλεια Φράγκου, φοιτήτρια τότε της ΑΣΟΕΕ, που καταγόταν από την Ικαρία και ήξερε τον Γιώργο.

Ο Γιώργος Κηρύκου κατέρρευσε μπροστά στα μάτια της. Εκείνη στεκόταν λίγα βήματα πιο πίσω. Χαθήκανε. Η Θάλεια οδηγήθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα του Γκύζη και βασανίστηκε. Ο Γιώργος κρατήθηκε ένα μήνα στο ΚΕΒΟΠ και στην ΕΣΑ, όπου ξυλοκοπήθηκε δίχως έλεος.

«Δεν ξέραμε πού βρισκόταν. Οταν πήγαμε στο Χαϊδάρι, μας είπαν ότι δεν είχαν κανένα κρατούμενο με το όνομα αυτό. Οταν ήλθε σπίτι μας, τα ρούχα του ήταν γεμάτα αίματα. Τον χτυπούσαν με δύναμη στο στομάχι και αυτό του δημιούργησε χρόνιο πρόβλημα υγείας. Το στομάχι του τον βασάνιζε ως το τέλος» θυμάται με δυσκολία και με πνιγμένη φωνή η μητέρα του κυρία Χρύσα Κηρύκου.

Ο Γιώργος μόλις συνήλθε γύρισε στη δουλειά. Ποτέ δεν θέλησε να δημοσιοποιήσει οτιδήποτε, να αναδείξει τον ρόλο του στα γεγονότα του Νοέμβρη. Ποτέ δεν πέρασε από το «γκισέ» της δημοσιότητας να εισπράξει κάτι.

«Γνωρίζω ότι υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που συμμετείχαν στα γεγονότα του Πολυτεχνείου και δεν εμφανίζονται πουθενά. Τον Κηρύκου δεν τον ήξερα, ούτε ότι ήταν αυτός που έπεσε μπροστά στο τανκ. Δεν ήξερα ποιο ήταν αυτό το άτομο. Στο βιβλίο μου υπάρχουν πολλά κενά…» αναφέρει ο κ. Δημήτρης Φύσσας, συγγραφέας του βιβλίου «Η Γενιά του Πολυτεχνείου» όπου συγκεντρώνει πληροφορίες από τα πάσης φύσεως αρχεία και έχει κατάλογο χιλιάδων συμμετεχόντων στα γεγονότα της 17ης Νοεμβρίου 1973.

* Ο αλτρουισμός και η αυτοθυσία

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ο Γιώργος, αφού τελείωσε το στρατιωτικό του, μπαρκάρισε. Το καράβι έπιανε σε όλα τα λιμάνια της Αμερικής. Στη Νέα Υόρκη γνώρισε μια κοπέλα από το Κολοράντο, παντρεύτηκαν και έμεινε εκεί ως το 1983. Επαιζε κιθάρα σε μαγαζιά της Αστόριας και ζούσαν ανεκτά. Απέκτησε και έναν γιο. Προσπάθησε να έλθει με την οικογένειά του στην Ελλάδα, όμως η γυναίκα του επέστρεψε γρήγορα πίσω, μαζί με το παιδί του. Δούλεψε σε μερικά μπαρ της Αθήνας αλλά τον περισσότερο καιρό έμενε στην Ικαρία, μαζί με τη μητέρα του. Στο νησί παρέδιδε με ελάχιστο αντίτιμο μαθήματα κιθάρας. Οι μαθητές, λόγω του λυρισμού, της γλυκιάς φωνής του, τον φώναζαν «Αλμπάνο». Εμοιαζε και λίγο στον ιταλό τραγουδιστή. Για το Πολυτεχνείο, για την εξέγερση, για την εισβολή του τανκ, για ό,τι ακολούθησε μιλούσε πλέον σπάνια.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έπιανε φωτιά στην Ικαρία, που ο Γιώργος Κηρύκου έτρεχε πρώτος για να βοηθήσει. Ετσι και εκείνο το καλοκαίρι του 1993. Οταν άκουσε ότι στην περιοχή Παναγιά είχε ξεσπάσει φωτιά και είχαν παγιδευθεί τέσσερις γέροντες έτρεξαν με τους φίλους του, τον Δημήτρη Τσαγανό και τον Ηλία Φυσίδα, να τους σώσουν. Τους άρπαξαν στα χέρια και τους μετέφεραν σε άλλο μέρος. Πίστεψαν ότι ήσαν ασφαλείς. Ο αέρας όμως γύρισε ξαφνικά και η φωτιά ήλθε επάνω τους. Εγκλωβίστηκαν. Προσπάθησαν να σώσουν τους γέροντες. Κάηκαν όλοι.

Τα τρία παιδιά τιμήθηκαν από την Ακαδημία για την αυτοθυσία τους.

«Οχι αδέλφια, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό».

Το ανέμισμα της σημαίας, το μάγκωμα της ερπύστριας δίπλα από το κορμί του, τα βογκητά από τον ξυλοδαρμό, τα λόγια της δικής τους γενιάς στο ικαριώτικο καφενείο, η γλυκιά μελωδία της μπαλάντας του, το πύρινο αγκάλιασμα, το τέλος, η παντοτινή σιωπή.
Β. Γ. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ

Το Βήμα

www.nikaria.gr

Είναι μια απ οτισ άγνωστες ισορίες ανθρώπων που στάθηκαν απέναντι στην ζωή, στις ιδέες, τις αξίες, τα ιδανικά μέχρι το τέλος, δεν έβγαλαν σε πληστειριασμό στο παζάρι των αργυροαμοιβών

τον αγώνα τους . Θα προσπαθήσω να μιλήσω ψάχνοντας για αυτούς βρίσκοντας ότι μπορεί να βρεθεί, οι άγνωστοι ήρωες.

Στα 19 ανέμιζε τη γαλανόλευκη στο Πολυτεχνείο, στα 38 χάθηκε στις φλόγες στην καταστροφική πυρκαγιά της Ικαρίας, το 1993

ΝΥΧΤΑ 17ης Νοεμβρίου 1993… Το εκτυφλωτικό φως των εισβολέων «δείχνει τον δρόμο» στο τεθωρακισμένο. Διαβολικοί ήχοι από τις μηχανές και τις ερπύστριες των τανδς. Κλαγγές όπλων. Μετά το νεύμα του αξιωματικού, η … εισβολή.
Αυτός σκαρφαλωμένος στην κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου ανεμίζει την ελληνική σημαία και φωνάζει, «οχι, αδέρφια, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό».
Μαζί με την πόρτα του Πολυτεχνείου, όλα γκρεμίστηκαν μέσα του, έγιναν συντρίμμια. Ποτέ όμως δεν φοβήθηκε για την τύχη του. Γνώριζε καλά πως χρειαζόταν αγώνας για το ταξίδι που τελειωμό δεν είχε. Αγώνας κι αγωνία για τη ζωή, που μας ξεπερνάει και συνεχίζεται… Το όνομά του: Γιώργος Κηρύκου!!
Είναι ένας από τους αφανείς ήρωες του Πολυτεχνείου. Αυτός συνέχισε, επέζησε, συνελήφθη, βασανίστηκε, αποσύρθηκε, σιώπησε και δύο δεκαετίες μετά την εξέγερση κάηκε στην καταστρεπτική φωτιά της Ικαρίας, το 1993, στην προσπάθειά του να απεγκλωβίσει από τον πύρινο κλοιό μια γερόντισσα που κουβαλούσε στην πλάτη του. Μία ακόμη θυσία…

Κυνηγώντας το όνειρο

Ο 38χρονος Γιώργος Κηρύκου, ένα από τα πέντε παιδιά μιας φτωχής οικογένειας από την Ικαρία, είχε επιλέξει τον δρόμο της φωτιάς ως το τέλος.
Η επανάσταση δεν ήταν κάτι που γινόταν έξω απ’ αυτόν. Η μικρότερη αδελφή του, Όλγα, μόλις 11 ετών τότε, θυμάται τον Γιώργο να λέει με υπερηφάνεια: «αντε ν’ αστράψει το όραμα, να φωτιστεί η ύπαρξή μας, μπας και πάρει φωτιά ο κόσμος».
Παλικαράκι 18 ετών, με ένα σακίδιο στον ώμο και με λιγοστά χρήματα, έφυγε από το νησί για να κυνηγήσει το όνειρο στη μεγαλούπολη. Οικοδομή, ελαιοχρωματιστής, ήταν μερικές από τις δουλειές που έκανε εκείνον τον καιρό. Το όνειρό του όμως και η μεγάλη του αγάπη ήταν η κιθάρα. Του άρεσε να φτιάχνει στιχάκια και να τραγουδάει για τους ανθρώπους, για τη ζωή, για το άγνωστο αύριο που ξημερώνει.
Ο αρραβώνας του με μια φοιτήτρια, τη Μαρία, που έχασε μέσα στη δίνη των γεγονότων, τον έφεραν στα 19 του χρόνια στο Πολυτεχνείο.
«Δεν άρεσε στον αδερφό μου να μιλάει για το Πολυτεχνείο, γιατί θεωρούσε ότι δεν είχε κάνει κάτι σημαντικό», αναφέρει η 42χρονη, σήμερα, αδελφή του Όλγα και συνεχίζει, «δεν είχε πάει ποτέ σε επέτειο εορτασμού του. Την ώρα που μπήκαν μέσα τα τανκς, αυτός ήταν κρεμασμένος πάνω στην κολόνα και κρατούσε την ελληνική σημαία. ‘Αρχισε να τρέχει μαζί με άλλους και, όπως μου είχε πει, κρύφτηκε σ’ έναν φωταγωγό. Τον έπιασαν όμως και φυλακίστηκε για έναν μήνα στο Χαϊδάρι. Οι βασανιστές του τον χτυπούσαν ανελέητα, τα ρούχα του ήταν ποτισμένα από το αίμα, αλλά ο Γιώργος άντεξε. Η μητέρα μου είχε τρελαθεί, έκλαιγε και έλεγε συνέχώς ‘χάθηκε το παιδί μου’. Οι μέρες περνούσαν και οι ελπίδες εξανεμίζονταν, ώσπου ένα γράμμα της Μαρίας έφερε ξανά στο σπίτι μας τη χαρά. Ο Γιώργος ήταν ζωντανός. Μέσω ενός φαντάρου ο αδελφός μου επικοινώνησε με την αγαπημένη του και λίγες μέρες μετά είχε αποφυλακιστεί», θυμάται η Όλγα.

Σε Βραζιλία και ΗΠΑ

Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να συνέλθει από τον ξυλοδαρμό και το σοκ που είχε υποστεί ο Γιώργος. Ποτέ όμως δεν θέλησε να δημοσιοποιήσει οτιδήποτε για την ιστορία του Πολυτεχνείου. Λίγους μήνες μετά μπαρκάρισε λόγων των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε και ταξίδεψε μέχρι τη μακρινή Βραζιλία. Γύρισε όμως γρήγορα, αφού ήταν παράνομος και δεν είχε κανένα χαρτί μαζί του. Έμεινε για λίγο στην Αθήνα και ύστερα έφυγε για την Αμερική, όπου γνώρισε μία κοπέλα από το Κολοράντο, παντρεύτηκε απέκτησε κι έναν γιο κι έμεινε εκεί δέκα χρόνια. Έπαιζε κιθάρα σε μαγαζιά της Αστόριας.
«Έκανε αυτό που αγαπούσε», αναφέρει η 42χρονη Όλγα.
«Χώρισε όμως με τη γυναίκα του και το ’87 επέστρεψε στην Ικαρία και έμεινε μαζί με τη μητέρα μας, όπου έφτιαξε ξανά τη ζωή του κι έκανε έναν δεύτερο γάμο με τη Φανή». Στο νησί παρέδιδε μαθήματα κιθάρας. Το παρατσούκλι του ήταν «Αλμπάνο» κι όλο το χωριό έτσι τον αποκαλούσε.

ΟΛΑ στη ζωή του Γιώργου κυλούσαν ομαλά, ώσπου το καλοκαίρι του 1993 θα γραφόταν ο τραγικός επίλογος. Όταν άκουσε ότι στην περιοχή Παναγιά είχε ξεσπάσει φωτιά και είχαν παγιδευτεί τέσσερις γέροντες, έτρεξε με τους φίλους του, τον Δημήτρη Τσαγανό και τον Ηλία Φυσανίδα, να τους σώσουν. Τους μετέφεραν σε άλλο μέρος, πιστεύοντας ότι ήταν ασφαλείς.
Ο αέρας όμως γύρισε ξαφνικά και η φωτιά ήρθε επάνω τους. Εγκλωβίστηκαν και κάηκαν όλοι. «Είμαι υπερήφανη για τον αδελφό μου», λέει συγκινημένη η Όλγα.
«Για μας ο Γιώργος ζει, δεν έχει πεθάνει. Μιλάω γι αυτόν συνεχώς στα δυο μου παιδιά. Η γλύκα του συναισθήματος και η τρυφεράδα του γεννάει τη μνήμη και το όνειρο. Μπορεί να συντρίψει και την πιο σκληρή πραγματικότητα. Η αγάπη μας γι αυτόν γεμίζει τα κενά της απώλειάς του», προσθέτει η 42χρονη Όλγα.

ΜΑΡΙΝΑ ΖΙΩΖΙΟΥ (Εφημερίδα «Εθνος» 14/11/2004)¨

για την μεταφορά μαραδό

Υ.Γ.όταν μιλήσουμε στα σχολεία για αυτόν τον άνθρωπο τότε η κοινωνία θα φωτίσει …

απο στόμα σε στόμα…

Posted on Updated on

κάθισα να ακούσω…

Ένας από τους Άγγλους εκπαιδευτές περιγράφει την είσοδο των Γερμανών στην Aθήνα: «Oι δρόμοι ήταν έρημοι και τα παραθυρόφυλλα κλειστά. Έμειναν κλειστά κι όταν οι Γερμανοί, αργότερα την ίδια εκείνη μέρα, μπήκαν στην πόλη και πρόσταξαν το φρουρό της Aκρόπολης να κατεβάσει την ελληνική σημαία. Eκείνος υπάκουσε, τυλίχτηκε με την ελληνική σημαία και αυτοκτόνησε, πέφτοντας από το βράχο» (Hammond).

απο το βιβλίο του Διονύση χαριτόπουλου ΅Αρης ο αρχηγός των Ατάκτων΅

κάποιος άλλος συνέχισε…

«Το σκοτάδι που τυλίγει την Καλλιθέα, το μεγάλο προάστιο της Αθήνας είναι γεμάτο τρόμο και φρίκη. Ολόκληρη η Καλλιθέα.
Από τον Ιλισσό έως τη λεωφόρο Συγγρού και από τα Σφαγεία έως τις Τζιτζιφιές είναι ζωσμένη από ισχυρές μονάδες Γερμανών και Ιταλών στρατιωτών και από πολυάριθμους πράκτορες του τυράννου. Μεγάλα αυτοκίνητα φορτωμένα πάνοπλους στρατιώτες κυκλοφορούν στους δρόμους και τα μεγάφωνα μεταδίδουν διαταγές στους τρομαγμένους κατοίκους. »Προσοχή Προσοχή!..
Όλοι οι άντρες από ηλικίας δεκαέξι ετών και πάνω να συγκεντρωθούν στην κεντρική πλατεία!. Όσοι δεν υπακούσουν θα τουφεκισθούν επί τόπου, χωρίς καμία διαδικασία!» Μέσα στα σπίτια, μητέρες και γυναίκες δακρύζουν και αγκαλιάζουν με λαχτάρα τους άντρες τους και τα παιδιά τους. Ξέρουν τι θα πει γερμανικό μπλόκο. Ξέρουν ότι πολλοί από εκείνους που θα πάνε στην πλατεία δεν θα γυρίσουν στα σπίτια τους.

Σπαραχτικές σκηνές αποχωρισμού διαδραματίζονται μέσα σε όλα σχεδόν τα σπίτια και οι άντρες από δεκαέξι χρονών και πάνω βγαίνουν στους δρόμους και κατευθύνονται προς την κεντρική πλατεία, όπου έχει κιόλας εγκατασταθεί μια ισχυρή δύναμη των γερμανικών Ταγμάτων Εφόδου, των τρομερών Ες-Ες.

Στην πλατεία οι Έλληνες παρατάσσονται σε μια ατέλειωτη γραμμή κάτω από την απειλή των αυτομάτων και περιμένουν. Περιμένουν με καρτερία να ακούσουν την καταδίκη τους. Περιμένουν σφίγγοντας τα δόντια τους και προσπαθούν να παρηγορηθούν με τη σκέψη ότι μια μέρα ο ελληνικός λαός θα διώξει για πάντα τους τυράννους από τα ιερά ελληνικά χώματα, όπου γεννήθηκε για πρώτη φορά η ιδέα της ελευθερίας..»

Το επεισόδιο αναφέρεται στο μεγάλο μπλόκο των Γερμανών και των ευζωνικών ταγμάτων Ασφαλείας στην Καλλιθέα τον Αύγουστο του ’44.

Ο Μικρος Ηρως, απο το τεύχος 120: »Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΠΡΟΔΩΣΕ»

κι ύστερα το ραδιόφωνο άρχισε να παίζει τραγούδια του Ζαμπέτα και του Ξενοφώντα Φιλέρη….

1.το πιτσιρίκι

2.η κομμαντατούρα

( ένα ελαφρύ κλικ στους παραπάνω τίτλους και τραγουδάμε!)