jump to navigation

το μήνυμα της Κούνεβα και ένα Σώμα 24/02/2009

Posted by marado in ζωή, ποίηση.
Tags: , , , , , ,
trackback

Η Κούνεβα μέσα απο την Ενταντική στέλνει μήνυμα:

konstantina_2

konstantina_1

και ένα ποίημα του Κουβάνου Louis Rogelio Nogueras :

ΣΩΜΑ

Αυτό είναι το σώμα μου:είναι δυνατό σαν μια δάφνη
αλλά δεν γεννήθηκα στη Δήλο:
δεν είμαι Απόλλωνας, γι’αυτό αν πηγαίνω στην παλαίστρα
μπορεί να με νικήσει κάποιός άλλος.
είμαι ικανός στο δόρυ και επιδέξιος στο σπαθί
πήρα μέρος σε πολλές μάχες
αλλά δεν είμαι Άρης, ο πολεμικός θεός,
και μπορεί να με σκοτώσουν στην επόμενη σύγκρουση.
Όχι όμως απο τους Διόσκουρους απο τον Έρμη,
γιό του Διός και Θεό της ρητορικής.
είμαι καλός ναυσιπλόος στο κουπί, στο πανί μου αρέσει,
στο πλοίο μου, να πλανώμαι στη θάλασσα μακριά απο την ακτή
αλλά εγώ δεν ορίζω τα κύματα και τους ανέμους
όπως ο Ποσειδώνας , ο βασιλιάς των θαλασσών.

Είμαι δίκαιος ,αλλά δεν θα δικάσω
μετά τον θάνατό μου όπως ο Μίνωας.
Δεν θα μπορούσα να καταβάλλω μ’ ένα χτύπημα έναν ταύρο, όπως ο Ηρακλής

δεν θα μπορούσα να σκοτώσω το Μινώταυρο ,σαν το Θησέα
ποτέ δεν θα αποκτήσω μια πανοπλία φτιαγμένη απο τον Ήφαιστο
ούτε μια ωραία γυναίκα σαν την Αφροδίτη.
Γιατί η κατοικία μου είναι στη Ρώμη, όχι στον Όλυμπο.
Δεν είμαι άλλο απο ένας κοινός θνητός,
ένας άνθρωπος
αλλά δυνατός , ικανός, ευφυής και δίκαιος,
στα ανθρώπινα μέτρα.
και αυτό είναι αρκετό.

Υ.Γ.1 το σημείωμα της Κατερίνας Κούνεβα το βρήκα στο ιστολόγιο π. Λίβυος
Υ.Γ.2 το ποίημα το ανέσυρα απο το βιβλίο του Ρήγα Καππάτου και του Pedro Lastra “Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ” απο τις εκδόσεις ΕΚΑΤΗ

Σχόλια»

1. arkoudas - 12/07/2009

“Σαν πρόσφυγας κι εγώ σαν μετανάστης… ” Αφιερωμένο στην Κωνσταντίνα Κούνεβα!
χωρίς σχόλια Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

flying

Kουράστηκα…

Όνειρα-σχέδια να χαράζω στο χαρτί

δίχως ελπίδα και αντίκρυσμα

δίχως το τέλος, δίχως μι’ αρχή

σαν ένα αποπαίδι εγώ της μάνας μου

από την Τροία, από τη Σμύρνη, από τον τόπο μου,

αποδιωγμένη από τη μοίρα μου και έκπτωτη

και της Ζωής λαθραία, λαθρεπιβάτισσα

διωγμένη απ’ τα τραπέζια, τα παλάτια της

καλή μόνο γιά πιόνι στα παιχνίδια της

καλή γιά τ’ αποφάγια και τα ψίχουλα

καλή γιά νά ‘μαι θύμα, νά ‘μαι θήραμα…

Του θάνατου φυγάς, αν και δραπέτευσα

γραμμένη είμαι στα μαύρα τα κατάστιχα

κατάρα κουβαλόντας και το χρέος μου

μονάχη τη σκιά μου πάντα σέρνοντας…

Τόπο να δίνω στην οργή σε κάτι τέρατα

που κλείνουνε του δρόμου μου τα πέρατα

να κάνω πρέπει, πως δεν βλέπω, δεν κοιτώ,

πως δεν ακούω, δεν νιώθω, δεν μιλώ…

Μα βλέπω και ακούω και μιλώ…

Και καταριέμαι και πονάω και ζητώ…

Ω! Που να καίγεται κι εκείνων η ψυχή

που μ’ έκαναν να καίγομαι, να λυώνω σαν κερί…

Και το σαράκι της ψυχής τους, που όλο τρέφεται

από το αίμα της καρδιάς μου, να μαραίνεται…

Που στα κιτάπια τους με γράφουν τα απόκρυφα

που τη ζωή μου τη σταυρώνουν μ’ ατσαλόκαρφα….

Όμοια πάντα της αδικίας η ερημιά

και το ανθρώπινο το κτήνος πάντα ολόϊδιο…

Το λέω γιατί θυμήθηκα τον πρόσφυγα,

που μακελέψαν κάτι μάγγες στα Μανιάτικα

να του προσβάλλουν τότε μάνα κι αδερφή

“πρό-σφιγγες γιά, παστρικιές άραγε”

και τού ‘κλεψαν δυό χρόνια, νάν’ κατάκοιτος…

Αυτός που απ’ της Σμύρνης το γιαγκίνι επέζησε…

Διωγμό, ξεριζωμό που έζησε

που γλύτωσε απ’ τα Τούρκικα τα κάτεργα

και στην Ελλάδα είρθε, να δει φως!

Γιά τον παππού μου λέω…

Θυμήθηκα όμως κι άλλο ένα πρόσωπο

γενναίου πρόσωπο, “Ανθρώπου”!

Κι ένα κορίτσι τρομαγμένο που είχε τρέξει

κι είχε προσπέσει τότε μέσα στην αντάρα

μαζί με όλο το χωριό,

σ’ ενός ξενόφερτου την πόρτα, ενός Γάλλου

κι εκείνος όλους, μεσ’ το σπίτι είχε μπάσει…

Γιατί χίλιοι καλοί, πάντα χωράνε…

Κι ύστερα βγήκε μοναχός με μιά σημαία

μπροστά σ’ ένα μπουλούκι,

σ’ άτακτο ασκέρι,

να πει:

” ‘Δώ πέρα που πατάτε είναι Γαλλία

κι ετούτοι είναι δικοί μου, δεν τους δίνω!

Γιά να τους πάρετε απ’ το πτώμα μου περάστε,

μα λόγο μετά, δώστε στην Ευρώπη”…

Και φύγαν…

Και σωθήκαν όλοι τότε!

Γιατί ένας ξένος μ’ έργα, δίδαξε τη λέξη

εκείνη την αρχαία Ελληνική, του “Ξένιου” Δία

“φιλοξενεία” τι θα πει στ’ αλήθεια…

Το κοριτσάκι τότε, ήταν η γιαγιά μου…

Κοιτάζω τη γραφή μου κι ο καημός μου

χέρια άπλωσε ν’ αγγίξει ακόμη κι άλλους,

γιατί όπως “λάθρα τον βίον μου διάγω”,

θαρώ πως πάντα ήμουν κι εγώ μιά πρόσφυγας

σαν τους παππούδες, τις γιαγιάδες, τη φαμίλια μου

και σαν τις θειές μου μεσ’ τα ξένα, μετανάστης…

Κυνηγημένη και μονάχη και απόκληρη

τώρα να ζω την πιό σκληρότερη τη μοίρα μου…

Δεν είναι αυτό Ζωή! Η Ζωή μ’ εξόρισε…

Γι’ αυτό κι αυτές οι λέξεις μου αφιέρωμα,

στους μετανάστες, στους λαθραίους, στους εξόριστους,

στους λυπημένους απ’ το άλγος, αυτό του νόστου…

Στους πρόσφυγες και στους μονάχους…

Γυναίκες κι άντρες.

Μα και σε μιά ψυχή γενναία που μάτωσε…

Στην Κωσταντίνα Κούνεβα!

yiannas galanou
http://yiannas.pblogs.gr/2009/07/485584.html